Music

Αποστολή του Τύπου είναι «να υπηρετεί τους κυβερνώμενους, όχι τους κυβερνώντες»

14 Ιανουαρίου 2018

Είναι μερικές ταινίες που δημοσιογραφικά «πονάνε». Και πονάνε βαθιά και πονάνε πολύ, γιατί υπενθυμίζουν τι σημαίνει πραγματική δημοσιογραφία και ποια είναι η αποστολή της, σε μια εποχή και σε μια χώρα που πλέον έχει εδραιώσει μια εσκεμμένα ανεστραμμένη και πλήρως διαστρεβλωμένη αντίληψη για την 4η εξουσία. 

 
Πρώτα ήταν το «Spotlight», που εξιστόρησε πώς οι δημοσιογράφοι της «Boston Globe» ήρθαν αντιμέτωποι με την πανίσχυρη Καθολική Εκκλησία, δημοσιοποιώντας έρευνα (με την οποία ασχολούνταν, αποκλειστικά, έναν χρόνο) για τη συστηματική κακοποίηση παιδιών από καθολικούς ιερείς. Και, τώρα, το «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά», που εξιστορεί πώς η Κέι Γκράχαμ, εκδότρια της τότε τοπικής εμβέλειας «Washington Post» και πρώτη γυναίκα εκδότρια εφημερίδας στις ΗΠΑ, και ο δαιμόνιος αρχισυντάκτης της Μπεν Μπράντλι, συνεχίζοντας μια αποκάλυψη που ξεκίνησαν οι «New York Times», τα βάζουν με ολόκληρο το αμερικανικό κατεστημένο: βασανίζονται αν πρέπει να δημοσιοποιήσουν απόρρητη κυβερνητική έκθεση που αποκαλύπτει ότι επί τέσσερις προεδρίες η αμερικανική κυβέρνηση συντηρούσε τον πόλεμο στο Βιετνάμ με 60.000 Αμερικανούς στρατιώτες θύματα, γνωρίζοντας ότι είναι καταστροφικός, αλλά εξυπηρετεί πολιτικά συμφέροντα.   
 
Η εκδότρια καλείται να λάβει την απόφαση για δημοσιοποίηση ή μη:
α) ενώ η κυβέρνηση Νίξον έχει ήδη σύρει στα δικαστήρια τους «New York Times» για την αποκάλυψη.
β) ενώ η εταιρεία της έχει μόλις εισαχθεί στο Χρηματιστήριο και οι τραπεζίτες απειλούν να αποσύρουν την υποστήριξή τους, και
γ) ενώ ο Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα, ο άνθρωπος που ως υπουργός Άμυνας επί Κένεντι και Τζόνσον διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην κλιμάκωση του πολέμου στο Βιετνάμ, είναι στενότατος προσωπικός της φίλος. 
 
Παρακολουθώντας την ταινία, είναι μάλλον αναπόφευκτο να νιώσει κάποιος απύθμενη θλίψη από την αναπόφευκτη σύγκριση με τη δημοσιογραφική πραγματικότητα στην Ελλάδα που ήταν πάντοτε περισσότερο επιρρεπής στις δημόσιες σχέσεις από ό,τι, για παράδειγμα, στη Βρετανία, όπου, ακόμα και οι δημοσιογράφοι του mainstream BBC δεν χαρίζονται σε κανέναν συνεντευξιαζόμενο, κάνοντας αυτό που οφείλουν εκ θέσεως να κάνουν: να ενοχλούν.  
 
Ειδικά, όμως, στα χρόνια των μνημονίων, η μετατροπή της χώρας μας σε de facto προτεκτοράτο λόγω μνημονίων αντανακλάται και στον θάνατο της δημοσιογραφίας. Όχι ότι ήταν ποτέ ιδανικά τα πράγματα στον χώρο του Τύπου: και διαπλεκόμενοι υπήρχαν και ενταγμένοι σε pay roll. Όμως, υπήρχε χώρος για ανεξάρτητη δημοσιογραφία.
 
Ποιος εκδότης σήμερα στην Ελλάδα θα ενδιαφερόταν να δημοσιεύσει απόρρητα κρατικά έγγραφα που θα αποδείκνυαν ότι μια κυβέρνηση εργάζεται εν γνώσει της ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, όταν δεν υπάρχει ανεξάρτητο μέσο ενημέρωσης; 
Πόσοι δημοσιογράφοι σήμερα στην Ελλάδα τολμούν πραγματικά να τα βάλουν με την εξουσία, όταν το ΜΜΕ στο οποίο εργάζονται δεν είναι ανεξάρτητο;
 
Λίγοι απομένουν πια σε αυτή τη χώρα που υπερασπίζονται τη χαμένη τιμή της ελληνικής δημοσιογραφίας, υπηρετώντας την ψυχή της, το ρεπορτάζ και την έρευνα (ειδικά για έρευνα, στο βασίλειο της κιτρινίλας, της προχειρότητας και του copy paste, χρόνος και χρήμα για έρευνα δεν δίδονται).
Λίγοι απομένουν που υπερασπίζονται τη χαμένη τιμή της ελληνικής δημοσιογραφίας γιατί τα ΜΜΕ πια στην Ελλάδα δεν θέλουν ούτε την πραγματική δημοσιογραφία ούτε τους πραγματικούς δημοσιογράφους. Κι έτσι, πολλοί, από δημοσιογράφοι γίνονται σφογγοκωλάριοι της εξουσίας, στρογγυλεύοντας τα αστρογγύλευτα• για να μην «ενοχλήσουν», για να είναι «αρεστά» σε αυτούς που τους πληρώνουν. Όσοι επιμένουν στην πραγματική δημοσιογραφία, συνήθως ή επιβιώνουν οριακά ή «προγράφονται» και στέλνονται στην ανεργία
 
Και κάπως έτσι, ηδονιστήκαμε και κλάψαμε, βλέποντας το «The Post» και τα Pentagon Papers, μια επανάσταση για την υπεράσπιση του ιερού δικαιώματος της ελευθερίας του Τύπου.
Και κάπως έτσι ηδονιστήκαμε και κλάψαμε, βλέποντας τον Τομ Χανκς να στέλνει τον νεαρό που έκανε πρακτική στην εφημερίδα να μάθει με ύπουλο τρόπο ποιο σημαντικό ρεπορτάζ έχουν στα χέρια τους οι «New York Times» και όταν εκείνος ρώτησε αν αυτό είναι νόμιμο, να του αντιγυρίζει «τι νομίζεις ότι κάνουμε εδώ, μικρέ;»
Και κάπως έτσι ηδονιστήκαμε και κλάψαμε, όταν ακούσαμε τη Μέριλ Στριπ να υπενθυμίζει στους συμβούλους της ότι το συμφωνητικό της εφημερίδας με τους τραπεζίτες για την εισαγωγή της εταιρείας στο Χρηματιστήριο δεν προβλέπει μόνο ότι αυτοί διατηρούν δικαίωμα να αποσύρουν τη στήριξή τους εάν προκύψει κατάσταση καταστροφική για το έντυπο, αλλά και ότι η αποστολή της εφημερίδας είναι να φέρνει στο φως ειδήσεις και ρεπορτάζ που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Και κάπως έτσι ηδονιστήκαμε και κλάψαμε που το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η αποστολή του Τύπου είναι «να υπηρετεί τους κυβερνώμενους, όχι τους κυβερνώντες».
«Να υπηρετεί τους κυβερνώμενους, όχι τους κυβερνώντες».
 
Η ταινία του Σπίλμπεργκ στην Ελλάδα μπορεί υπό αυτό το πρίσμα να ενταχθεί στην κατηγορία των «ταινιών φαντασίας»



Στην ίδια κατηγορία