- Καθόλου εύκολο δεν είναι να στήσεις ένα
ραδιόφωνο και μάλιστα
μουσικό. Και μάλιστα εξειδικευμένα μουσικό, δηλαδή θεωρητικά απαιτητικό και για απαιτητικούς ακροατές. Συγνώμη για την τελευταία φράση. Με το που την έγραψα το μετάνιωσα. Όταν ακούω για
απαιτητικά ακροατήρια και τα ρέστα, ειδικά από υπεύθυνους των
ραδιοφωνικών σταθμών, που κρατάνε για την πάρτη τους το μονοπώλιο των
μουσικών επιλογών, με πιάνουν τα γέλια. Ή και τα κλάματα ενίοτε… Πάντως είναι όντως δύσκολο να στελεχώσεις έναν μουσικό σταθμό, αν τυχόν θέλεις όντως να τον στελεχώσεις και οχι να κάνεις
one man show.- Παρότι η μουσική είναι παντού τριγύρω και περιμένει να την περιμαζέψουμε. Παρότι διάγουμε περίοδο κατά την οποία οι ασχολούμενοι με την μουσική (
καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, μουσικογραφιάδες, κριτικοί, promoters, μάνατζερ, dj’s κλπ) είναι περισσότεροι από αυτούς στους οποίους απευθύνονται και καθότι για πληθώρα δίσκων εγχώριας και μη παραγωγής ο αριθμός των όσων γράφονται ξεπερνάει αυτόν των αντιτύπων που πωλούνται. Αυτό το τελευταίο το έχει πει πρώτος ο
Boy νομίζω, αλλά μου αρέσει ως ατάκα και φροντίζω να την αναπαράγω (σ.σ.: άσχετο, αλλά επίκαιρο: στο επερχόμενο άλμπουμ του ο Boy
“ξεμπροστιάζει” τους
έντεχνους. Αγοράστε το και θα με θυμηθείτε). Στο θέμα μας όμως….

- Για να στήσεις λοιπόν ένα
μουσικό ραδιόφωνο, δεν μπορεί να στηριχτείς
αποκλειστικά σε κόσμο που γνωρίζει από μουσική. Θα βγεις μάλλον εκτεθειμένος. Όπως από την άλλη δεν μπορείς να στηριχτείς απλά σε κόσμο που γνωρίζει από
ραδιόφωνο, αλλά δεν το θεωρεί και απολύτως απαραίτητο να ασχολείται επιστεταμένα με τη
μουσική. Θα βγεις σίγουρα εκτεθειμένος. Απαιτείται ένας συνδυασμός των δύο στοιχείων και από πάνω μερικά ακόμη
ιχνοστοιχεία όπως ασφαλώς είναι η ικανότητα στο λόγο, η ροή στον λόγο, τη σκέψη και τις ενέργειες εν γένει και ο εσωτερικός ρυθμός, γενικά αυτό που απλουστευτικά αποκαλείται
“το ‘χεις ή δεν το ‘χεις”. Τα
“πειράματα” δεν βλάπτουν, αλλά μπορούν να οδηγήσουν και σε καταστροφικά αποτελέσματα.
- Τα παραπάνω δεν μου κατέβηκαν έτσι από το πουθενά. Τις τελευταίες ημέρες μετέχοντας σε κάποιες συζητήσεις σχετικά με ένα
καινούργιο μουσικό ραδιόφωνο που στήνεται στη
Θεσσαλονίκη (λεπτομέρειες εν καιρώ… διότι πολλά ακούμε και λέμε, αλλά αν δεν γίνει κάτι…), διαπίστωσα και εκ τρίτων ότι είναι τελικά πραγματικά δύσκολο να βρεις κόσμο για να στελεχώσεις ένα
μουσικό ραδιόφωνο, που ευελπιστεί να είναι αξιώσεων. Παρότι κατ’ αρχήν φαντάζει εύκολο κάτι τέτοιο, με βάση τα παραπάνω δεδομένα υπερπληθώρας δραστήριων περί τη μουσική ατόμων.

- Η περίπτωση του Αθηναϊκού
“105,5 Στο Κόκκινο” απέδειξε σε μεγάλο βαθμό τα παραπάνω. Πέραν από κάποιους παραδοσιακούς του μουσικού ραδιοφώνου (
Μηλάτος, Μήνας, Δασκαλόπουλος κλπ), μαζεύτηκαν εκεί πολλά παιδιά από μουσικά site και περιοδικά. Κάποιοι το άντεξαν το ραδιόφωνο και κάποιους τους άντεξε. Σε κάποιους συνέβη το ακριβώς αντίθετο, ούτε το άντεξαν , ούτε τους άντεξε. Και από ανθρώπους με ειλικρινές και ζωηρό ενδιαφέρον για τη μουσική, βγήκαν εκπομπές μάλλον άχρωμες, κάπως άνευρες και σε κάποιες των περιπτώσεων τελικά αντιραδιοφωνικές. Η περίπτωση των
Laternative του
ΣΚΑΪ 100,3 πάλι απέδειξε το αντίθετο. Οι
Μένεγος- Διοσκουρίδης, παρότι χωρίς προηγούμενη σχετική εμπειρία, τελικά επιβλήθηκαν στη δύναμη του ραδιοφώνου και μάλιστα απέφυγαν την όποια φυγόκεντρο της μανιέρας και της αντιγραφής, καταφέρνοντας τελικά να στήσουν μια δική τους ραδιοφωνική λογική. Χωρίς
music control και χωρίς
mind control και
think tank της οκάς εν γένει…
- Δεν είναι κακό να το παραδεχτούμε και να το αναφέρουμε αυτό.
Κανείς δεν είπε ποτέ ότι το ραδιόφωνο είναι για όλους. Ή πως όλοι όσοι γράφουν στα μουσικά περιοδικά, ή για χρόνια παίζουν πολλή και καλή μουσική στα μπαρ, έχουν και την ικανότητα να βρεθούν πίσω από ένα μικρόφωνο…. Μου μεταφέρθηκε μάλιστα και σχετική ατάκα του πλέον θρυλικού και βετεράνου
indie rock DJ της Θεσσαλονίκης αυτή τη στιγμή, ο οποίος όταν του πρωτομίλησαν για ραδιόφωνο αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν να παίζεις μουσική όταν δεν βλέπεις γύρω σου κεφάλια να κουνιούνται και ποτά να πηγαινοέρχονται.
Έκαστος στην εξειδίκευση του δηλαδή. Διότι και εκ του αντιστρόφου έχουμε δει ξακουστούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς να τα κάνουν μαντάρα όποτε τυχόν βρεθούν στην “κονσόλα” κάποιου μπαρ.

- Σε όλα τα παραπάνω προσθέστε ότι ειδικά η απαξίωση των
rock / εναλλακτικών κλπ ραδιοφώνων στη χώρα μας έχει ως αποτέλεσμα μία γενιά ακροατών μουσικής που είναι σήμερα από
25 χρονών και κάτω να μην έχει κατ’ ουσίαν
ακούσει ποτέ ραδιόφωνο. Για αυτό ίσως και τα εξειδικευμένα μουσικά ραδιόφωνα στελεχώνονται τελικά από παραγωγούς που κινούνται στην ηλικία των
30 plus. Στην καλύτερη μάλιστα των περιπτώσεων.
- Από την άλλη πλευρά αυτή η μάλλον αντι-ραδιοφωνική γενιά προσεγγίζει σήμερα το ραδιόφωνο μέσα από την ραγδαία ανάπτυξη των
web radios. Τα οποία κινούνται στις περισσότερες των περιπτώσεων (με εξαιρέσεις όπως αυτή του
Off Radio στη Θεσσαλονίκη) σε λογικές και αισθητικές διαφορετικές από την ραδιοφωνική παράδοση των
FM. Έχω ακούσει αρκετούς να υποστηρίζουν ότι πολλά από τα
web radios δεν δικαιούνται να αυτοαποκαλούνται ραδιόφωνα και τα αντιμετωπίζουν ως έναν συνδυασμό
chat και file sharing με κεντρικό διαχειριστή. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Χωρίς να με βρίσκει σύμφωνο αυτή η άποψη. Κάποια
web radios έχουν ήδη αρχίζει να ξεχωρίζουν και έχω την αίσθηση ότι αν τυχόν κάποτε αποκτήσουν πρόσβαση σε συχνότητες των
FM κάποιοι παραδοσιακοί ραδιοφωνατζήδες που το παίζουν άνετοι και αφ’ υψηλού, θα χάσουν μέρος του ύπνου τους.
- Το σίγουρο είναι ότι παρά τις δυνατότητες και τις διευκολύνσεις που έχει φέρει η τεχνολογία, η κεντρική ιδέα και οι βασικές ανάγκες για το ικανό στήσιμο ενός
ραδιοφωνικού σταθμού που θα έχει ως αιτία ύπαρξης και όχι ως αφορμή ή πρόφαση την αναζήτηση και μετάδοση όχι μόνο καλής, αλλά και διαφορετικής μουσικής, δεν έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν. Κάτι που σίγουρα οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους όσοι τυχόν έχουν μπροστά τους την πρόκληση ενός νέου μουσικού ραδιοφώνου.

- Στο ραδιοφωνικό τοπίο της
Θεσσαλονίκης, τα πράγματα αποπροσανατολίστηκαν έντονα κάπου στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Για κάποιον ανεξήγητο μέχρι σήμερα λόγο τα μουσικά ραδιόφωνα της πόλης στηρίχτηκαν στη λογική του αποκλεισμού συγκεκριμένων μουσικών επιλογών από το
airplay τους και κατά τούτο πορεύτηκαν προς την ομοιομορφία και την ατολμία. Στα χρόνια της μεγάλης επιστροφής του ροκ ήχου παγκοσμίως με μπάντες όπως οι
Strokes, το ροκ στο σύνολο του, οι κιθάρες και τα βαριά τύμπανα θεωρήθηκαν
musica non grata από τους σοφούς της
radio friendly νομεγκλατούρας. Τα
μουσικά FM της Θεσσαλονίκης κάπως έτσι κατάντησαν ένα άκριτα στημένο συνοθύλευμα από
nu jazz και
easy listening electronica χλαπάτσες, με μοναδικό όνειρο να τους αναμεταδίδουν στους επίγειους δέκτες τους τα άπειρα και εξίσου αδιάφορα cafe bar της πόλης.
- Κάπως έτσι το ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης μέχρι και τους
Killers τους αγάπησε με σημαντική
χρονοκαθυστέρηση, όταν πλέον ήταν αναπόφευκτη η ασέλγεια και με αυτόν τον νέο ροκ ήχο, που όμως είχε ήδη καταντήσει παρωχημένος και αισθητικά κουρασμένος. Σε ξακουστό
εναλλακτικό μουσικό σταθμό της πόλης, θεωρήθηκε σωστό να παυθεί η μία από τις δύο
“ροκ εκπομπές” που υπήρχαν στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα του, διότι δεν σηκώνε το προφίλ του σταθμού δύο ολάκερες εκπομπές με τέτοιο περιεχόμενο.
- Κατά πως δείχνουν τα πράγματα βέβαια, σιγά σιγά αποχωρούμε –ευτυχώς- από την αυτοκρατορία των
ωραίων, δροσερών και ενίοτε σαγηνευτικών, συνήθως θηλυκών φωνών, που τις περισσότερες φορές δυσκολεύονται να κάνουν
spelling στον τίτλο του τραγουδιού που επιλέχτηκε από τον
“επιμελημένα προγραμματισμένο” υπολογιστή δια του οποίου μαγεύουν το κοινό τους. Αυτού του είδους τα ραδιόφωνα έφτασαν τελικά να κουράσουν ακόμη και τους δημιουργούς τους. Και αυτό το συμπέρασμα είτε ακούω να το παραδέχονται πλέον ευθέως, είτε το συμπεράνω από τις ύστερες ενεργειές τους, από πολλούς τέτοιους
“δημιουργούς ραδιοφώνων”.
- Στην παρούσα φάση ο γενικόλογος χαρακτηρισμός
ροκ ραδιόφωνο, δεν συνιστά πλέον
άλλοθι. Τουλάχιστον στο βαθμό που ήταν κάποτε. Τα
ροκ ραδιόφωνα αυτή τη στιγμή έχουν κυλήσει στη χείριστη μορφή
playlist. Μοιράζουν μεταξύ τους όχι περισσότερα από
100 τραγούδια από την μεγάλη του
ροκ ιστορία και με εξαιρετική δειλία ανοίγονται σε
πέντε- δέκα νέα τραγούδια από την παραγωγή κάθε χρονιάς. Εννοείται ότι απέχουν μίλια ολόκληρα από το να αντιλαμβάνονται έστω και επιδερμικά τις όποιες τυχόν αλλαγές συντελούνται στον κιθαριστικό/ροκ/ εναλλακτικό ήχο εν γένει.

- Δεν συζητάω καν για το παιχνίδι με τις
δισκογραφικές. Τα
συντριπτικά ποσοστά που κατέχει η τάδε εταιρεία στο
airplay του δείνα
σταθμού και η δείνα εταιρεία στο
ρεπερτόριο του τάδε σταθμού. Ασχολείται αρκούντως με όλα αυτά ο Κανελλόπουλος και από την άλλη έχετε και τις απαντήσεις των υπευθύνων του κάθε σταθμού, οι οποίοι ατυχώς προσπαθούν κάθε φορά
να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.
- Εγώ επισημαίνω απλά ότι σε όλες αυτές τις απαντήσεις-δικαιολογίες ενυπάρχει ένα
μουσικό λεξιλόγιο περισσότερο παρωχημένο και από τη μουσική των ίδιων των ραδιοφώνων. Κλισέ εκφράσεις του τύπου
pop dance και παρωχημένες στερεότυπες απόψεις περί δήθεν απαιτητικών
ροκ ακροατηρίων. Φοβίες απέναντι στη γενιά του
I pod και άλλα πολλά εμπριμέ. Τα όσα ακούγονται περί του
Music Control και της ομοιομορφίας που τελικά επιφέρει η
“αλλόγιστη χρήση” αυτού με βρίσκουν σύμφωνο, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να δικαιολογώ βάσει αυτού τους υπεύθυνους των
ραδιοφωνικών σταθμών. Όσοι τυχόν είναι μάγκες ας αντισταθούν. Και ας μην πέφτουν από την μία γκάφα στην επόμενη.
- Περισσότερα προσεχώς, καλή εβδομάδα να έχουμε μιας και μπαίνουμε επισήμως στον μήνα της αντίστροφης μέτρησης για το φετινό
Primavera Sound 10 στη
Βαρκελώνη στα τέλη του
Μάη!