02 Απριλίου 2026
Γράφει ο Άκης Έβενης
Η επικρατούσα άποψη ότι οι δημοσιογράφοι αδυνατούν να αναλύσουν μουσικά - καλλιτεχνικά γεγονότα, συχνά πηγάζει από τη διαφορά μεταξύ της ειδησεογραφικής κάλυψης και της εξειδικευμένης μουσικολογικής ή άλλης καλλιτεχνικής ανάλυσης. Ενώ ένας δημοσιογράφος εστιάζει στο «τι, ποιος, πού, πότε», η βαθιά ανάλυση της μουσικής από ειδικό, απαιτεί διαφορετικά εργαλεία.
Η απουσία ειδικών όπως καθηγητών μονωδίας, φωνητικών εκπαιδευτών ή έμπειρων ενορχηστρωτών στα ραδιοτηλεοπτικά πάνελ, υποβιβάζει μια κορυφαία καλλιτέχνιδα σε απλό πρόσωπο των ειδήσεων, τύπου lifestyle.
Αντί ο θάνατος της Μαρινέλλας να γίνει η αφορμή για μια βαθιά αναδρομή στο έργο της, μετατράπηκε σε ένα «τηλεοπτικό σόου» γρήγορης και πρόχειρης κατανάλωσης.
Φερ’ ειπείν:
• Θα μπορούσαμε να δούμε πώς μια τραγουδίστρια ξεκίνησε ως δεύτερη φωνή (σεγκόντο) του Καζαντζίδη και κατάφερε να επιβάλλει και να καθιερώσει το μοντέρνο show στην Ελλάδα, αλλάζοντας τα δεδομένα της νυχτερινής διασκέδασης.
• Να μην αγνοηθούν οι τολμηρές επιλογές της, όπως η συμμετοχή σε μιούζικαλ ή, η ερμηνεία μελοποιημένης ποίησης, που αποδεικνύουν τη φωνητική ευελιξία της.
• Θα ήταν η ιδανική ευκαιρία να μιλήσουν ειδικοί για το τι σημαίνει φωνητική τοποθέτηση και πώς κατάφερε να διατηρήσει την ποιότητα φωνής της επί δεκαετίες.
Αν δεν γνωρίζεις τι είναι η «πολυρρυθμία», μια «ασύμμετρη κλίμακα» ή μια «ερμηνεία με έμφαση στις μεσαίες νότες», δεν μπορείς να περιγράψεις βασικά στοιχεία στον θεατή - ακροατή. Έτσι, καταφεύγεις σε κλισέ εκφράσεις όπως «μαγική βραδιά» ή «δυνατή φωνή» αγνοώντας πλήρως τα επιμορφωτικά στοιχεία που απαραιτήτως πρέπει να έχει μια παρουσίαση.
Η μουσική ανάλυση απαιτεί γνώσεις θεωρίας, αρμονίας, ιστορίας της μουσικής και οργανολογίας. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι δεν διαθέτουν αυτές τις γνώσεις, με αποτέλεσμα να περιορίζονται σε περιγραφές της ατμόσφαιρας, της προσέλευσης του κόσμου ή των εξωμουσικών στοιχείων (π.χ. τα ρούχα ενός καλλιτέχνη ή τα σκηνικά εφέ).
Αντί μιας εκτεταμένης αναδρομής και ανάλυσης πάνω στην τέχνη της Μαρινέλλας, στην οποία ένας γνώστης ενδεχομένως να εντόπιζε και όχι μόνο θετικά αλλά και τα αρνητικά της ερμηνευτικής απόδοσης της, είδαμε μια επανάληψη κλισέ εκφράσεων που δεν τιμούν την πραγματική προσφορά της, στο τραγούδι.
Αυτό, δυστυχώς, είναι ένα συχνό φαινόμενο στην κάλυψη της απώλειας μεγάλων προσωπικοτήτων, όταν η είδηση συχνά μετατοπίζεται από την καλλιτεχνική προσφορά στην παραπολιτική ή στο κουτσομπολιό για την προσωπική ζωή κάθε καλλιτέχνη.
Πιθανώς, από τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα δεν θα περίμενε κανείς να υπήρχε η ετοιμότητα ατόμων με εξειδικευμένη γνώση. Όμως, η απουσία ανθρώπων της μουσικής και του ραδιοφώνου με εύρος γνώσεων στα τηλεοπτικά πάνελ της ΕΡΤ, ειδικά όταν αυτοί υπάρχουν και κυκλοφορούν καθημερινά στους χώρους του εθνικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα μας (Δεύτερο Πρόγραμμα, Τρίτο Πρόγραμμα, Μουσικά Σύνολα, Χορωδία ΕΡΤ), είναι ανεπίτρεπτη! Η τηλεοπτική συμμετοχή της Μαργαρίτας Μυτιληναίου, δεν απέδωσε τους καρπούς που θα περίμενε ένας απαιτητικός θεατής, επειδή οι τηλεοπτικοί συντονιστές και τα εμβόλιμα ρεπορτάζ εκτόπιζαν το θέμα της κάθε φορά που εκείνη προσπαθούσε να πάει τη συζήτηση σε κάτι πιο ουσιώδες.
Η κατάσταση σώθηκε γρήγορα και άμεσα μόνον από την Δημόσια Ραδιοφωνία και συγκεκριμένα από το Δεύτερο Πρόγραμμα επειδή στελεχώνεται ακόμα από παραγωγούς, με βαθιά γνώση και ετοιμότητα. Και αυτή την ετοιμότητα την αντιλαμβανόμαστε κάθε φορά που προκύπτει έκτακτο θέμα.
Μετά τον θάνατο της Μαρινέλλας, στις 28 Μαρτίου 2026, ως επί το πλείστον η δημοσιογραφική τηλεοπτική κάλυψη επικεντρώθηκε σε πτυχές που πράγματι ξέφυγαν καθαρά από το φωνητικό πεδίο, της ερμηνεύτριας.
Οι παρουσιαστές μπερδεύανε το «μου αρέσει» με το «είναι αξιόλογο» φέρνοντας πολλές φορές τους καλεσμένους τους σε αμηχανία. Ένας γνώστης μπορεί να αναγνωρίσει την αρτιότητα ενός έργου ακόμα κι αν δεν είναι του γούστου του. Ο μη γνώστης κρίνει μόνο με το συναίσθημα της στιγμής.
Η Μαρινέλλα δεν ήταν απλώς μια «διάσημη τραγουδίστρια», αλλά μια φωνή με σπάνια τεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν αναλύθηκαν στις ξεχειλωμένες χρονικά τηλεοπτικές παρουσιάσεις. Επίσης:
• Δεν συζητήθηκε η ικανότητά της να εναλλάσσει τη λαϊκή χροιά με τη θεατρική ερμηνεία και το bel canto, διατηρώντας την κρυστάλλινη άρθρωση της ακόμη και στις πιο δύσκολες νότες.
• Δεν μίλησαν για την παροιμιώδη αντοχή της στις μεγάλες φράσεις (legato) και την ένταση που έβγαζε χωρίς να «πιέζει» τη φωνή της, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία.
• Δεν ακούσαμε για το πώς η έκταση της φωνής της τράβηξε την προσοχή του Χατζιδάκι ή του Θεοδωράκη. Ακούσαμε περισσότερο για τα κοστούμια και τις κοινωνικές συναναστροφές της.
• Ακόμα και από κοινωνιολογική άποψη θα μπορούσε να αναδειχθεί ο τρόπος με τον οποίον η Μαρινέλλα κατάφερε να «ξεκολλήσει» τις ερμηνεύτριες του λαϊκού τραγουδιού της εποχής από το πλευρό των βασικών ερμηνευτών, φέρνοντας έναν αέρα χειραφέτησης σε ένα δύσκολο επαγγελματικό χώρο.
Κάποτε την ουσιαστική ανάλυση των μουσικών γεγονότων, συνήθως την αναλάμβαναν Μουσικοκριτικοί ή Μουσικοί παραγωγοί με εξειδίκευση σε συγκεκριμένα μουσικά είδη. Φυσικά, υπάρχουν και οι Μουσικολόγοι οι οποίοι εξετάζουν το έργο σε ένα ακαδημαϊκό ή ιστορικό πλαίσιο.


