-Πού πας, μπαμπά; -«Με περιμένουν τα παιδιά της Ορίτζιναλ στο Στάδιο, έχουμε τη γιορτή μας». -Δεν βαρέθηκες πια, μπαμπά;

-Πού πας, μπαμπά;  -«Με περιμένουν τα παιδιά της Ορίτζιναλ στο Στάδιο, έχουμε τη γιορτή μας». -Δεν βαρέθηκες πια, μπαμπά;

Ο Γιώργος Μανετάκης ήταν για πολλά χρόνια ο αρχισυντάκτης του αθλητικού τμήματος της Εφημερίδας των Συντακτών (πλέον έχει συνταξιοδοτηθεί). Πριν από πολλά χρόνια λοιπόν, το 2018, είχε ανεβάσει αυτό το κείμενο για να προλογίσει, για να παρουσιάσει, μία σελίδα που είχε γράψει για την εφημερίδα η δημοσιογράφος (αγαπημένη μας) Χριστίνα Αμερικάνου - το κείμενό της ακολουθεί, πιο κάτω. Είναι και τα δύο κείμενα, του Γιώργου και της Χριστίνας, καταπληκτικά για ξεχωριστούς λόγους το καθένα.

_____________

Υπάρχουν διαφόρων ειδών ρεπορτάζ, θέματα, αναλύσεις... Αναφέρω μερικά:
- Τα καθημερινά (της ρουτίνας)
- Τα «long play» (του ψαξίματος)
- Τα αυθόρμητα
- Τα «κατά παραγγελίαν»
- Τα... στημένα
Στο τελευταίο θέλω να μείνω αφού είμαι λάτρης! Πάντα -τις περισσότερες φορές ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑ με προϊσταμένους και υφισταμένους- όταν ζητούσα ένα θέμα έδινα και την πλοκή. Όχι για να καθοδηγήσω αλλά για να ΒΟΗΘΗΣΩ τον εκάστοτε συνεργάτη μου να καταλάβει τι ακριβώς ζητώ. Όχι για να τον βάλω σε μονοπάτια που εγώ θα ήθελα αλλά απλώς να του δείξω τον... σωστό δρόμο. Διάολε, τι σκατά τους έχουμε τους επιτελικούς ρόλους. Για να καθόμαστε σ' ένα γραφείο και να περιμένουμε στωικά τα χειρόγραφα, τα .docs ή τα .xls;
Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, παραγγέλνω συνήθως διάφορα θέματα. Φυσικά και θα μπει ΑΚΡΙΒΩΣ ότι στείλει ο συντάκτης. Όπως το αντιλήφθηκε αυτός. Αν με ακούσει, καλώς. Αν όχι πάλι καλώς, αλλά... κακώς. Κακό του κεφαλιού του. Εγωιστικό ακούγεται (μπορεί και να είναι) αλλά who cares. Έτσι έμαθα τη δουλειά από τους δασκάλους, έτσι πορεύομαι στο κωλοεπάγγελμα και τώρα στα γεράματα είναι κομματάκι δύσκολο ν' αλλάξω...
Ύστερα από αυτή τη «μικρή» εισαγωγή, ας πάμε στο -κυρίως- θέμα μας: ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;
Θέλει να πει (για να λέμε όλη την αλήθεια) ότι ζήτησε από τον μπασκετικό του ρεπόρτερ (ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις θίγουμε, ακούει στο όνομα Γιάννη Ντεντόπουλο αλλά θα... γυρίσει και στο Πιλότος) ένα άρθρο / συνέντευξη για τα 50 χρόνια από την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1968. Ο Γιάννης μας, που ευτυχώς στην από δω Ευρώπη δεν χρειάζονται βίζες και σφραγίδες αλλιώς θα χρειαζόταν 7-8 διαβατήρια per year, είχε πάλι ταξίδι. Θες να βαριότανε και λίγο; Θες ότι είχε και μεταδόσεις; Ο,τι θες!
Ύστερα από κουβεντούλα λίγων λεπτών επιχείρησε το... κλασσικό «στρίβειν δια του αρραβώνος»: - Και γιατί δεν λέμε στη Χριστίνα Αμερικάνου να μας γράψει κάτι αυτή.
Ωραία ιδέα, Γιάννη. Πάρε την τηλέφωνο, πείτε τα, το θέλω ως αύριο το βράδυ, μέχρι 700 λέξεις. ΟΚ; ΟΚ! Κι όταν τα πείτε δώσε μου τη να της πως μια καλησπέρα. Οσο την πήρε τηλέφωνο ο Γιάννης άλλο τόσο... σκίσαμε τα μνημόνια.
Δυο ώρες αργότερα και στην ερώτησή «πήρες Γιάννη τη Χριστίνα;», η απάντηση ήταν «πάρε την εσύ καλύτερα» (το αφήνω ασχολίαστο)! Συνεχίζω. Μέχρι να βρω το νούμερο, είχα έτοιμο και το θέμα on my mind: «Χριστίνα, μπορείς; Μπορώ. Δεν μ' ενδιαφέρει όμως ο θρίαμβος, η ΑΕΚάρα και τα γνωστά των γνωστών που όλοι ξέρουμε. Θέλω να μάθω / διαβάσω τις κουβέντες της κόρης με τον πατέρα. Πως βίωσες ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ την αποθέωση και την αγάπη του κόσμου για τον μεγάλο αρχηγό. Θέλω να μάθω / διαβάσω τις αντιδράσεις της κόρης. Και μέσα απ' όλα αυτά να ξαναζήσω στιγμές της ιστορίας».
Απάντηση (γρήγορη): «Το 'χω».
Ανταπάντηση (αργή): «Το περιμένω αύριο, 700 λέξεις».
Αν το' χει ή... το έχασε θα το δείτε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Η δική μου γνώμη περισσεύει. Μετράει αυτή του αναγνώστη. Εγώ, πάντως, το ρούφηξα το κείμενο όπως λέγαμε κάποτες...
Υ.Γ.: Το πρόβλημα με τον πληθωρικό λόγο (γραπτό και προφορικό της Χριστίνας), είναι σε όλους μας γνωστό. Η παραγγελιά των 700 λέξεων είχε ένα «μαξιλαράκι» άλλων 200-250 και έναν μεγάλο φόβο: μη μου στείλει κανά κείμενο 1968 λέξεων. Καταλαβαίνω την αφορμή και τον συνειρμό αλλά έτρεμα στην ιδέα να την ακούω να επιχειρηματολογεί!

____________________

Το κείμενο της Χριστίνας Αμερικάνου από την Εφημερίδα των Συντακτών, 8 Απριλίου 2018

4 Απριλίου… Κάθε φορά μέσα στο μυαλό. Η ημέρα που εκείνος άλλαζε φάτσα και κλεινόταν στις σκέψεις του. Το μυαλό του ήταν αλλού. Καθόταν στη γνωστή του θέση, όπως τον θυμάμαι κάθε φορά, εκεί στην κουζίνα του σπιτιού, έπινε τον ελληνικό καφέ του (τούρκικο τον έλεγε, μικρασιατικής καταγωγής γαρ) και χωνόταν στις θύμησες. Μικρότερη δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα, δεν μπορούσα να το αποδεχτώ.
Τι να είχε αυτή η ημέρα το τόσο σημαντικό;
Οταν είσαι παιδί όλα αυτά σου φαίνονται αστεία, ή ακόμα και γραφικά. Οι ιστορίες των μεγάλων σε αφήνουν παγερά αδιάφορο. Συνήθως βαριέσαι να τις ακούς ξανά και ξανά.
Και όμως η ιστορία του πατέρα μου δεν ήταν για μένα βαρετή γιατί δεν πολυειπωνόταν μέσα στο σπίτι. Κάτι έλεγαν οι μεγάλοι για τη μέρα που η ΑΕΚ πήρε το Κύπελλο, που η Ομόνοια γέμισε ανθρώπους, που ένα στάδιο κατακλύστηκε από κόσμο, που το αμάξι του μπαμπά το ανέβασαν στα χέρια και το πήγαν στο σπίτι!
Το αμάξι το σήκωσαν στα χέρια; Μα δεν γίνονται αυτά!
«Γειά σου ρε Γιώργαρε, τι γίνεται»; Γιώργος παντού! Οπου και να πηγαίναμε ο κόσμος τον έλεγε «Γιώργο»! Τον δικό μου μπαμπά τον ήξεραν όλοι. Σκεφτόμουν πως θα ήταν μάλλον πολύ αγαπητός επειδή έκανε πλάκες!
Ολοι οι άνθρωποι που κάνουν πλάκες είναι πολύ αγαπητοί.
Αυτός ο Γιώργος με τη στεντόρεια φωνή, το δυνατό γέλιο και την αχαλίνωτη παρόρμηση κάθε φορά που το ημερολόγιο έγραφε 4 Απριλίου γινόταν ένας κλειστός και απόμακρος, σοβαρός κύριος που συνήθως απαντούσε σε τηλέφωνα και μιλούσε για την ΑΕΚ του. Για την ΑΕΚ ήξερα, η ΑΕΚ ήταν η ομάδα του.
Κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή ήμουν μαζί του στο γήπεδο. Τα Σάββατα για να δούμε μπάσκετ, τις Κυριακές για ποδόσφαιρο. Ημουν μαζί του από νωρίς, στις παρέες του, στα κρασιά πριν από τα ματς στο κουτούκι του φίλου του Στέλιου στη Νέα Φιλαδέλφεια και μετά στις κερκίδες, σε λύπες και χαρές.
Εμένα μου άρεσε η ομάδα του Αρη στο μπάσκετ. Είχα γίνει φαν του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Ρωμανίδη, του Σούμποτιτς.
Ο «Πίξι» ήταν ο αγαπημένος μου και ο Γκάλης ήταν για μένα εξωπραγματικός.
-Τρομερός ο Γκάλης, μπαμπά
-Και ο Παναγιώτης, Χριστίνα, και όλα τα παιδιά.
-Λοιπόν, λέω να γίνω Αρης, μπαμπά.
-Να γίνεις ό,τι θες, αλλά άκου...
Και κάπως έτσι μου είπε ολοκληρωμένη την ιστορία του! Την ιστορία που ήξερα, αλλά δεν άκουγα γιατί μάλλον δεν με ενδιέφερε.
Εκείνη την ιστορία που ο ίδιος έφερνε στον νου καθημερινά, ξεκινώντας από τα πέτρινα χρόνια στις αλάνες της Νίκαιας και το κυνήγι του μεροκάματου στο επιπλάδικο που μάθαινε την τέχνη του σκαλιστή, ως εκείνη τη νύχτα της 4ης Απριλίου του 1968 (τότε μου έμεινε και η χρονιά!) που εκείνος και οι συμπαίκτες του σήκωναν μια ανοιξιάτικη νύχτα στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο το πρώτο Κύπελλο Ευρώπης για την Ελλάδα μπροστά σε 80.000 και πλέον Έλληνες φιλάθλους.
Εκείνη την ιστορία που κάθε 4η Απριλίου ξαναπερνούσε σαν φιλμ στο μυαλό του, όταν ξυπνούσε το πρωί και έφτιαχνε τον βαρύ γλυκό καφέ του.
Τη φτώχεια του, τους ξεριζωμένους γονείς του, την κυρα-Μαρία και τον κυρ Θανάση που πάλεψαν να μεγαλώσουν 4 παιδιά, εκείνον, τον Αλέκο, την Ελευθερία και τον μικρότερο τον Στέλιο, που ήταν και ο αγαπημένος του.
Αργότερα τις προπονήσεις στο ανοιχτό γηπεδάκι της ΧΑΝ, τα χιλιάδες σουτ, την ημέρα της μεταγραφής του που πήγε να υπογράψει στον Παναθηναϊκό, με λεφτά ζηλευτά για την εποχή, αλλά ο συμπαίκτης και μέντοράς του Νίκος Τερκεσίδης τον περίμενε με ένα σκουτεράκι έξω από το ραντεβού και πριν να βάλει την υπογραφή του τον πήρε και τον πήγε «πακέτο» στην ΑΕΚ της προσφυγιάς (στην ομάδα του κυρ Θανάση του πατέρα του), στις προπονήσεις στο Στάδιο που τα σκαλιά του τα ανεβοκατέβαινε αμέτρητες ώρες για να γυμναστεί (χωρίς τις οδηγίες κάποιου ειδικού), τα παπούτσια που ήταν ελβιέλες και τρύπαγαν κάθε φορά και έπρεπε να πάρει άλλα, την κουταλιά ζάχαρη που έτρωγε πριν από τους αγώνες για να πάρει δυνάμεις, τις τρέλες με τους συμπαίκτες του, τη γνωριμία τυχαία στον δρόμο της Θεσσαλονίκης με τη μητέρα μου Πέπη και έρωτα της ζωής του, την κλήση στην Εθνική, τη συμμετοχή στο φάιναλ φορ του Πρωταθλητριών το 1966 με τον Γιώργο Μόσχο παρόντα, τον φίλο και συμπαίκτη του στην τελευταία του εμφάνιση, το χαμένο πρωτάθλημα Ελλάδας το 1967 από τον μεγάλο αντίπαλο, τον Παναθηναϊκό, και τελικά την κατάκτηση της Ευρώπης μέσω του Κυπελλούχων στις 4 Απριλίου του 1968 ύστερα από μια πορεία γεμάτη ανατροπές σε μια εποχή που η Ελλάδα στέναζε και ο πλανήτης έβραζε...
Ολα μού τα είπε εκείνο το απόγευμα κι εγώ είχα μείνει να τον κοιτάω και να μη μιλώ. Τον άφησα να τα πει όλα. Τα περισσότερα όχι με χρονική αλληλουχία και σειρά. Ηταν η ιστορία του! Η αληθινή ιστορία 10 μικρών παιδιών της Ελλάδας του ξεριζωμού, που κυνήγησαν το όνειρό τους για να βγουν από τη δυστυχία των παιδικών τους χρόνων. Παιδιών που αντιμετώπιζαν κάθε αγώνα που έδιναν σαν να έπαιζαν για την ίδια τους τη ζωή.
Από το 1966 που η παρέα εκείνη της ΑΕΚ έγινε η πρώτη ελληνική ομάδα που συμμετείχε σε φάιναλ φορ, μπήκε ο σπόρος για την κατάκτηση της κορυφής και δύο χρόνια αργότερα θέριεψε!
Ετσι όταν όλοι αυτοί μεγάλωσαν, τώρα 50 χρόνια μετά, μπορούν να λένε την ιστορία τους και σε ακόμα μεγαλύτερο κοινό και σε πολύ νεότερους ανθρώπους.
Μια ιστορία που αποτυπώθηκε και στη μεγάλη οθόνη, με την υπογραφή του μετρ των αναμνήσεων Τάσου Μπουλμέτη, κι έκανε ξανά εκείνη τη μικρή Χριστίνα, που σας περιέγραψα, να θυμηθεί, να μάθει, να ξαναδακρύσει και να αντιληφθεί τι κατάφερε εκείνη η παρέα το βράδυ της 4ης Απριλίου του 1968.
-Φεύγω, Χριστίνα...
-Πού πας, μπαμπά;
-Με περιμένουν τα παιδιά της Ορίτζιναλ στο Στάδιο, έχουμε τη γιορτή μας.
-Δεν βαρέθηκες πια, μπαμπά;
-Ούτε όταν πεθάνω θα βαριέμαι να είμαι τέτοια μέρα εκεί! Εκεί βρίσκονται όλα όσα πέτυχα. Θα έρθεις;
-Οχι, μπαμπά...
Αχ και να σου είχα πει μία φορά ναι, ρε μπαμπά! Μία φορά...