'Οταν η φωνή ενός άγνωστου παραγωγού μπορούσε να σου κρατήσει συντροφιά ένα ολόκληρο βράδυ

'Οταν η φωνή ενός άγνωστου παραγωγού μπορούσε να σου κρατήσει συντροφιά ένα ολόκληρο βράδυ

 

Του Ηλία Σελιμά

Αν υπάρχει κάτι που έχει την ικανότητα να τρυπώνει ανάμεσα σε διπλωμένα ρούχα, σε φωτογραφίες που κιτρίνισαν, στα εισιτήρια χωρίς επιστροφή και στα γράμματα που δεν στάλθηκαν ποτέ, αυτό αναμφισβήτητα είναι το μικρό ταπεινό ραδιοφωνάκι.
Ναι εκείνο το μικρό κουτί που μιλούσε περισσότερο από τους ανθρώπους. Όχι γιατί είχε περισσότερα να πει, αλλά γιατί ήξερε να σωπαίνει ανάμεσα στις λέξεις. Να αφήνει ένα τραγούδι να ολοκληρώσει όσα η καρδιά δεν τολμούσε να ομολογήσει.

Εποχές που οι πόλεις κοιμόντουσαν νωρίς και τα σπίτια είχαν ακόμη φωνές. Το ραδιόφωνο έπαιζε στην κουζίνα, στο σαλόνι, στο φορτηγό του πατέρα, στο κομοδίνο της μάνας. Δεν ζητούσε συνδρομές, κωδικούς, επιβεβαιώσεις και αποδοχή όρων χρήσης. Δεν ήθελε να μάθει ποιος ήσουν για να σου μιλήσει. Σε δεχόταν όπως ήσουν: κουρασμένος, ερωτευμένος, θυμωμένος, μόνος και ποιος ξέρει τι άλλο.

Σήμερα, μέσα στην ατέλειωτη αγορά της ψηφιακής φλυαρίας, όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει. Οι πλατφόρμες σε γνωρίζουν καλύτερα από τους φίλους σου και σου σερβίρουν τραγούδια που υποτίθεται πως αγαπάς, πριν ακόμη προλάβεις να τα αναζητήσεις. Όλα είναι φτιαγμένα για σένα και, παραδόξως, τίποτα δεν μοιάζει δικό σου.

Αυτό το μικρό ταπεινό ραδιοφωνάκι, που πια δεν πάει το μυαλό σου ότι είναι απαραίτητο είχε μια σχεδόν ενοχλητική αδιαφορία. Δεν σε κυνηγούσε. Δεν σε μετρούσε. Δεν κατέγραφε τις αδυναμίες σου για να σου πουλήσει άλλες. Σήκωνες την ταλαιπωρημένη κεραία του και το σήμα του έφευγε σαν μπουκάλι στη θάλασσα κι όποιος το έβρισκε, το έβρισκε. Υπήρχε μια δημοκρατία στη μοναξιά του.

Κι ίσως γι' αυτό μερικοί το νοσταλγούμε τόσο. Όχι για τους εκφωνητές, ούτε για τα τραγούδια, ούτε για τα παράσιτα που χόρευαν ανάμεσα στις συχνότητες. Το νοσταλγούμε γιατί μας θυμίζει μια εποχή που η αναμονή είχε αξία. Που ένα αγαπημένο τραγούδι μπορούσε να αργήσει ώρες να ακουστεί και γι' αυτό γινότανε πολύτιμο. Που η φωνή ενός άγνωστου παραγωγού μπορούσε να σου κρατήσει συντροφιά ένα ολόκληρο βράδυ χωρίς να σου ζητήσει τίποτα ως αντάλλαγμα. Το αφήνεις στην άμμο της παραλίας και αν ο διπλανός σου άκουγε κάτι άλλο που σου κέντριζε το ενδιαφέρον, άλλαζες το δικό σου. Βλέπεις τότε δεν βούλωνες τα αυτιά σου με ψείρες. Τι θα έλεγες λοιπόν να το δοκιμάσεις αν αυτό είναι κάτι που ακούς για πρώτη φορά; Τι θα έλεγες να το ξαναδοκιμάσεις αν τα παραπάνω τα ήξερες και απλά στα θύμισε κάποιος;

Αν λοιπόν ετοιμάζεις βαλίτσα για το επόμενο ταξίδι, όποιο κι αν είναι αυτό, άφησε λίγο χώρο. Για ένα παλιό τρανζιστοράκι, για μια κεραία που ίσως χρειαστεί να πιάσεις για να έχεις καλύτερο σήμα. Άφησε χώρο για εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι κάπου, μια φωνή εκπέμπει χωρίς να γνωρίζει το όνομά σου και παρ' όλα αυτά σε βρίσκει.

Κάπου είχα ακούσει να λένε πως τα πιο πολύτιμα πράγματα δεν είναι εκείνα που κουβαλάμε στα χέρια. Είναι εκείνα που συνεχίζουν να μας ακολουθούν όταν η βαλίτσα έχει ήδη κλείσει. Για αυτό σου λέω... ραδιοφωνάκι να πάρεις μαζί... δεν πιάνει χώρο, καταλαμβάνει όμως μια ολόκληρη ζωή.

Καλό καλοκαίρι!