Music

Το Ελληνικό και οι ουρανοξύστες της ντροπής

27 Δεκεμβρίου 2017

Όταν, στη χαραυγή του 1959, ο Φιντέλ Κάστρο με τους αντάρτες του εισέρχονταν θριαμβευτές στην Αβάνα, τερματίζοντας την καταστροφική χούντα του Μπατίστα που είχε μετατρέψει τη χώρα σε ένα απέραντο καζίνο με τη βοήθεια γκάνγκστερ-«επενδυτών», ο Κάστρο γνώριζε ότι μπορούσε να κλείσει τα καζίνο, να συλλάβει τους γκάνγκστερ και να εξουδετερώσει τους ανθρώπους του αδίστακτου δικτάτορα. 

 
Γνώριζε, όμως, επίσης ότι υπήρχε και κάτι που δεν μπορούσε να κάνει: να θάψει τους ουρανοξύστες, που είχαν αμερικανοποιήσει το αρχιτεκτονικό τοπίο της χώρας, αλλοιώνοντάς το οριστικά…
 
Σε αυτή την μετάλλαξη των τοποσήμων και το σχεδόν αναπόδραστο των τσιμεντένιων όγκων με παρέπεμψε συνειρμικά η πρόσφατη υπογραφή από την κυβέρνηση του προεδρικού διατάγματος για την «επένδυση» στο Ελληνικό. Με το διάταγμα, εγκρίνεται ακόμα και η κατασκευή έξι ουρανοξυστών ύψους 200 μέτρων, όπως προβλεπόταν στο σχέδιο. Και αυτό, παρά τις ενστάσεις του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου που επισήμαινε ότι κανένα από τα κτίρια δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 156 μέτρα, δηλαδή το ύψος του απόλυτου τοπόσημου της πόλης των Αθηνών, της Δημοκρατίας και του Ανθρώπου: του λόφου της Ακρόπολης.
 
Όσο και αν βυσσοδομεί ο νεοφιλελεύθερος εσμός εναντίον των πολέμιων της «επένδυσης», απειλώντας να μας ρίξει στην πυρά ως άλλες «μάγισσες της οπισθοδρόμησης», ένα είναι γεγονός: η κυβέρνηση Τσίπρα, μάλλον τυφλωμένη στη λυσσαλέα «μάχη της καρέκλας», διολίσθησε σε μια ύβρη που κανένας, μήτε κυβερνήτης, μήτε κατακτητής της χώρας (και υπήρξαν πάμπολλοι), δεν διέπραξε εδώ και 2.500 χρόνια: να κατασκευάσει κτίριο ψηλότερο από το Ιδανικό• ψηλότερο από τον Άνθρωπο• ψηλότερο από τον Παρθενώνα.  
 
Πώς κατέληξε, άραγε, στην υπέρβαση του «μέτρου» της Ακροπόλεως, η «πρώτη φορά Αριστερά» και οι «εκσυγχρονιστές» του τσιμέντου και των καζίνο; «Οι ουρανοξύστες κατασκευάζονται προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος, κατασκευάζονται για να αποφέρουν χρήμα, αλλά κατασκευάζονται επίσης για να δηλώσουν κάτι: για να προκαλούν δέος (…) Πίσω από τη χρηματοδότηση, τις στρατιές εργατών, τα νούμερα των μηχανικών και τα γυαλιά των αρχιτεκτόνων, εκεί θα στέκεται ένα γιγαντιαίο, υπερτροφικό Εγώ – προσωπικό, επιχειρηματικό, ή εθνικό, που διεκδικεί να χαραχτεί, ομοίως, ανεξίτηλα στα σύννεφα», έγραφε ο Φίλιπ Νόμπελ στο «The American» («Lust for Height», 2007). 
 
Πέρα από την Αμερική, που «γέννησε» τους ουρανοξύστες ως αρχιτεκτονική άποψη σύμφυτη με την κουλτούρα της  ̶ μια κουλτούρα στην οποία το «ωραίο» ταυτίζεται με το «μεγάλο» (μεγάλα κτίρια, μεγάλα αυτοκίνητα, μεγάλα μπέργκερ), συνθλίβοντας το μέτρο «άνθρωπος»- είναι ενδεικτικό ποιοι, πού και σε ποιες περιόδους επιδόθηκαν με μανία σε κατασκευή ουρανοξυστών. 
 
Όπως αναφέρθηκε, στην Κούβα ουρανοξύστες κατασκευάστηκαν επί δικτατορίας Μπατίστα, όταν «οι αγρότες αντιμετωπίζονταν ως σύμβολο διαταραχής, απαξιωμένοι από τη μεσαία τάξη που εμπνεόταν από τις αμερικανικές αξίες, ουρανοξύστες, αιρκοντίσιον και απροκάλυπτο καταναλωτισμό» («The Day Fidel Died: Cuba in the age of Raul, Obama and the Rolling Stones», Patrick Symmes, κεφ. 6). Στη Βενεζουέλα, ουρανοξύστες κατασκευάστηκαν επί δικτατορίας Χιμένεθ. Είναι ιδιαιτέρως εύγλωττη μια περιγραφή της CIA σε σχετική έκθεσή της (1955): «Ο Περέζ Χιμένεθ έχει επιδοθεί σε μια θεαματική εκστρατεία δημοσίων έργων και μοιάζει αποφασισμένος να μνημονεύεται ως ο μεγαλύτερος κατασκευαστής μεγάλων εθνικών οδών, τούνελ και ουρανοξυστών στην ιστορία της Βενεζουέλας». Ωστόσο, όπως επισημαινόταν: «Κάποια από τα μεγάλα κτίρια μοιάζουν να βρίσκονται σε πλήρη δυσαρμονία με το οικονομικό επίπεδο της χώρας… και παρόλο που η χώρα βιώνει ένα μεγάλο «μπουμ», έχει ακόμα πολύ δρόμο να κάνει στον τομέα της υγιεινής, της εκπαίδευσης και της γενικής ευημερίας για να επιτύχει αυτό που θα θεωρούσαμε μέσο επίπεδο διαβίωσης. Η Βενεζουέλα δίνει περίπου την εντύπωση μιας γυναίκας που φορά γούνα μινκ και, από κάτω, βρώμικα και κουρελιασμένα εσώρουχα».
 
Και στην Αθήνα, όμως, τα περισσότερα ψηλά κτίρια (από 62 έως 103 μέτρα) κατασκευάστηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, κυρίως επί Χούντας, με την αξιοποίηση του νόμου 395/1968, που φέρει τη σφραγίδα των συνταγματαρχών και ήταν η βασική αιτία κατεδάφισης των νεοκλασικών («Το Ελληνικό, οι ουρανοξύστες και τα ύψη της Αττικής», Εφημερίδα των Συντακτών, 15/10/2017).
 
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι μία από τις πόλεις όπου σήμερα δεσπόζουν τεράστιοι ουρανοξύστες, κουφάρια πλέον μιας πλασματικής ανάπτυξης πλην αναλλοίωτα σύμβολα κάποιας αλλοπαρμένης αίσθησης του υπεράνθρωπου, είναι το Ντουμπάι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, μιας απόλυτης μοναρχίας.
 
Τα προαναφερθέντα απολυταρχικά καθεστώτα λάτρεψαν τους ουρανοξύστες και λόγω της σύνδεσής τους με την αμερικανική κουλτούρα, αλλά και λόγω της αίσθησης μεγαλείου που αντανακλούν.
 
Η Ευρώπη των 28 ακολουθούσε στην καθ’ ύψος δόμηση πάντα με μέτρο. Σήμερα, μόνο έξι χώρες διαθέτουν ουρανοξύστες πάνω από 200 μέτρα (Βρετανία, Γερμανία, Μαδρίτη, Μιλάνο, Βιέννη, Βαρσοβία).
 
Και όλα αυτά την ώρα που, ακόμα και στη μάνα των ουρανοξυστών, τις ΗΠΑ, στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου, τεκμηριωνόταν σε άρθρα («The End of Tall Buildings», James Howard Kunstler & Nikos A. Salingaros, 2001) γιατί οι ουρανοξύστες πρέπει να εγκαταλειφθούν, ενώ επισημαινόταν: «Οι μόνοι υπερ-πύργοι που θα μείνουν για να θυμίζουν αυτό τον αιώνα θα είναι στις τριτοκοσμικές χώρες, οι οποίες τόσο άπληστα εισήγαγαν τις συνήθειες του βιομηχανοποιημένου κόσμου χωρίς να συνειδητοποιούν τη ζημιά που επέφεραν στις πόλεις τους». Και ο «δικός μας» αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης είχε παραδεχτεί («Form Follows Fiasco», Peter Blake, σελ. 82): «H κατασκευή ψηλών κτιρίων αποτέλεσε το μεγαλύτερο έγκλημά μου. Οι πιο επιτυχημένες πόλεις του παρελθόντος ήταν αυτές όπου άνθρωποι και κτίρια ήσαν σε πλήρη αρμονία με τη φύση».
 
Κυρίως, όμως, η αυθαίρετη, ελέω «επενδυτή», κατάργηση από την κυβέρνηση Τσίπρα του Ιερού Βράχου ως «μέτρου» του αρχιτεκτονικού τοπίου των Αθηνών είναι πρωτοφανής και συνιστά μνημείο ραγιαδισμού και αλαζονείας: ραγιαδισμού εξαιτίας της πλήρους υποταγής στις απαιτήσεις των «επενδυτών» και αλαζονείας γιατί οι κυβερνώντες θεωρούν ότι μπορούν να υπογράφουν οτιδήποτε αλλοιώνει καθοριστικά ακόμα και την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης, χωρίς καμία συνέπεια. 
 
Από την πλευρά των «επενδυτών», είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο πως μόνο τυχαία δεν είναι η επιμονή στην πολεοδομική αυτή ύβρη: Η Ακρόπολη αποτελεί πανανθρώπινο σύμβολο της δημοκρατίας. Και η δημοκρατία γεννήθηκε σιαμαία με το «ανθρώπινο μέτρο» - γιατί μόνο έτσι μπορεί η Πόλις να γεννήσει Πολίτες (όχι υπηκόους) και να δημιουργήσει Πολιτισμό.
 
Εξ ου και ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να συνθλίψει αυτό το μέτρο και να αφανίσει κάθε μνήμη του -όπως οι δικτατορίες «εξαφάνιζαν» αντιφρονούντες- ώστε ο άνθρωπος να παραμένει εκπεσών σε άτομο, ο πολίτης σε καταναλωτή και το αστικό τοπίο σε ταφόπλακα κάθε πολιτισμικής ταυτότητας, αναβατήρα μιας μαζικής franchise κουλτούρας και, εν τέλει, σε εχθρικό στον Άνθρωπο ογκόλιθο.
 
Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για ζήτημα συμβολισμού, αλλά και ουσίας.  
 
Παραφράζοντας την έκθεση της CIA για τη Βενεζουέλα του Χιμένεθ, «επενδύσεις» σαν κι αυτή του Ελληνικού κάνουν την Ελλάδα να μοιάζει με εκπορνευμένη γυναίκα που, για χάρη ενός διεστραμμένα ανταγωνιστικού νταβατζή, καταχωνιάζει σε γλισχρό υπόγειο τα μεταξωτά φορέματά της, ενδυόμενη μια φτηνιάρικη γυαλιστερή κάπα επάνω από τις χαρακωμένες φλέβες της.



 

Στην ίδια κατηγορία