Είδα τα «Καλάβρυτα 1943» και αναρωτιέμαι τι δεν έκαναν σωστά οι δημιουργοί τους

Είδα τα «Καλάβρυτα 1943» και αναρωτιέμαι τι δεν έκαναν σωστά οι δημιουργοί τους
Ακολουθήστε μας στο Google news

Είμαι 23ων ετών και εξομολογούμαι ότι μικρή είχα διαχωρίσει στο μυαλό μου τους ψυχρούς από τους «θερμούς» λαούς.

18 Νοεμβρίου 2021

Της ΑΛΒΑΡΑ ΜΕΡΚΙΟΡΙ

«Η γενίκευση είναι το πρώτο βήμα του ρατσισμού» λέει μέχρι σήμερα ο καλός μου παππούς που θαυμάζω και αγαπώ απέραντα. Παρόλα αυτά, αυτό στριφογυρίζει στο μυαλό μου από την ώρα που παρακολούθησα τη νέα ταινία του Νίκου Δημητρόπουλου και του Δημήτρη Κατσαντώνη «Καλάβρυτα 1943». Λίγο παραλλαγμένο βέβαια, γιατί μία ταινία για ένα τόσο συγκλονιστικό κεφάλαιο της Ελληνικής ιστορίας, δεν μπορεί να έχει τόσο ψυχρή αντιμετώπιση των πραγμάτων. Με λίγα λόγια είναι μία ταινία που δε σε αγγίζει. Οι φορτισμένες σκηνές, πολλές. Πράγματι σε συγκλονίζουν μερικές από αυτές, αλλά όχι λόγω του σινεμά. Λόγω της ίδιας της ιστορίας αφού μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς «Τι έζησαν αυτοί οι άνθρωποι για να είμαστε εμείς εντελώς ελεύθεροι σήμερα». Με την ταινία όμως, προσωπικά, δεν μπόρεσα να ταυτιστώ αλλά ούτε και να συγκινηθώ. Η μόνη σκέψη που με έκανε κυριολεκτικά να ανατριχιάζω ήταν το ότι αυτά συνέβησαν στην πραγματικότητα.

Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, μία Γερμανίδα υποτίθεται δικηγόρος της κυβέρνησης, πραγματικά αποστασιοποιημένη φιγούρα, και ένας Σουηδός υποτίθεται τελευταίος επιζών των Καλαβρύτων, εξίσου ψυχρός. Παρότι ο τελευταίος ήταν βέβαια ο σπουδαίος ηθοποιός Μαξ Φον Σίντοφ, σκέφτηκα το ομολογώ: ατυχής επιλογή ηθοποιών που δεν έχουν καμία σχέση με την Ελλάδα, ίσως γι αυτό δε μεταδίδουν καμία φόρτιση. Και αν τη μεταδίδουν, η ξένη γλώσσα σε ένα τέτοιο θέμα, σε «φρενάρει» συναισθηματικά ως θεατή.

Φυσικά δεν έλειπαν τα εξοργιστικά στοιχεία από την ταινία. Πρώτο και καλύτερο ο «καλός Αυστριακός» (ο καλός Σαμαρείτης που σώζει τα γυναικόπαιδα από το φλεγόμενο σχολείο) που πρόκειται για προϊόν μυθοπλασίας, αφού είναι γνωστό ότι τα γυναικόπαιδα των Καλαβρύτων έσπασαν μόνα την πόρτα και σώθηκαν από τις φωτιές.

Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση όμως, ήταν ο Γερμανός αξιωματικός Τένερ, ο οποίος παρουσιάζεται συμπαθής και τρυφερός, ενώ είναι γνωστό κατά την ιστορία, ότι όχι μόνο δεν ήταν συμπαθής, αλλά αντίθετα όταν εκτελέστηκαν οι άνδρες στο λόφο Καππή, τους πυροβολούσε δύο και τρεις φορές για να σιγουρευτεί ότι ξεψύχησαν. Γιατί αυτή η «μετάλλαξη» υπέρ του στην ταινία;

Ένα σενάριο φτωχής έμπνευσης. Γερμανοί που μιλούν μεταξύ τους αγγλικά, Καλαβρυτινοί της δεκαετίας του 40 που γνωρίζουν άπταιστα αγγλικά, πρωταγωνιστής που δεν ξέρει λέξη στα ελληνικά και το βασικότερο μία έντονη αίσθηση αποστασιοποίησης και ψυχρότητας που σε εμποδίζει να συμπάσχεις.

Τελικά, αυτό που κερδίζει, είναι η ωμή, συγκλονιστική ιστορία των Καλαβρύτων του ’43 και όχι η κινηματογραφική της απόδοση. Αν κάτι κάνει δηλαδή, αυτή η ταινία, είναι να σε πείσει να διαβάσεις τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Κι αν το κάνεις, αναρωτιέσαι γιατί δεν το έκαναν σωστά και οι δημιουργοί της.