«Τυφώνας; Ποιος τυφώνας;»

«Τυφώνας; Ποιος τυφώνας;»
Ακολουθήστε μας στο Google news

«Σηκωθείτε αμέσως από το κρεβάτι, μαχμουρλήδες, και κατεβείτε στην τραπεζαρία για πρωινό. Το αργότερο σε μία ώρα, θα πρέπει να έχω επιστρέψει στο σπίτι».

06 Σεπτεμβρίου 2023

 

Του Νίκου Παπαδογιάννη (από το βιβλίο του «Ο Νίκος Λείπει» (2018), εκδόσεις Key Books)

Η Λινέτ δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Ακόμα και όταν ήταν στις καλές της, δηλαδή σχεδόν πάντοτε, είχε τον τρόπο της να επιβάλλεται. Σε αγριοκοίταζε για μισή στιγμή και σου έκοβε τα ήπατα. ‘Επειτα, έβαζε τα γέλια και το πρόσωπό της γέμιζε καλοσύνη και άσπρα δόντια. Ήταν μία Αφρικάνα «μπιγκ μάμα» στην καρδιά της Καραϊβικής.

Στην άκρη, σωστότερα, της Καραϊβικής. Εάν ζούσε σε κάποιο από τα νησάκια του κεντρικού άξονα, στην καρδιά που λέγαμε, θα βρισκόταν κάθε λίγο και λιγάκι, στο μάτι του τυφώνα. Κυριολεκτικά.

Αλλά το Τομπάγκο βρίσκεται έξω από τη ζώνη του τρόμου. Την οργή της φύσης τη νιώθει μια φορά στα 50 χρόνια. Ήταν Σεπτέμβρης ακόμη, όταν μας έφερε στις ακτές του ούριος άνεμος, «September-remember», ο μήνας που -σύμφωνα με το παμπάλαιο τραγουδάκι των τυφώνων- αφήνει για σουβενίρ αναμνήσεις καταστροφής και απελπισίας. Όταν καταστρώσαμε το σχέδιό μας, για ονειρεμένες διακοπές στον τόπο με τα πράσινα νερά και τους ρέμπελους κατοίκους, φροντίσαμε να αποφύγουμε το συνηθισμένο δρομολόγιο των ακραίων καιρικών φαινομένων.

«Μπορούμε να πάμε στο Τομπάγκο». Στην ακρούλα του χάρτη. Όχι λοιπόν, δεν υπήρχε φόβος, για εμάς, τους Έλληνες επισκέπτες της πρώτης φοράς. Η στατιστική ήταν με το μέρος μας. Ή μήπως υπήρχε; Ή μήπως η στατιστική είχε βαλθεί να μας βγάλει κοροϊδευτικά τη γλώσσα και να μας χαντακώσει τις πολυδάπανες διακοπές;

«Σε πέντε λεπτά να είστε κάτω. Δεν θα το ξαναπώ. Το φαγητό σας είναι έτοιμο και τα παιδιά μου με περιμένουν, κλαψουρίζοντας». Η Λινέτ έκανε μεταβολή και κίνησε για την εξώπορτα των διπλανών, με ασυνήθιστη για τα 160 κιλά της ευλυγισία. Πίσω από τον ευμεγέθη όγκο της κρυβόταν ένας λιπόσαρκος κυριούλης, ο άνθρωπος για όλες της δουλειές του μικρού ξενοδοχείου, φορτωμένος με σανίδες, καρφιά και ανήσυχες ματιές. Πριν προφτάσουμε να ξεπλύνουμε την τσίμπλα από το μάτι και το αλκοόλ της προηγούμενης βραδιάς από το αίμα, εκείνος τρύπωσε στο δωμάτιο και στρώθηκε στη δουλειά.

Μέσα σε σκάρτο πεντάλεπτο, η μπαλκονόπορτα είχε χαθεί πίσω από ένα αυτοσχέδιο, πλην εύρωστο, σανιδένιο φράγμα. «Ξέρετε, οι τυφώνες δεν αστειεύονται. Ακόμα έχουν να θυμούνται οι παλιοί, το κακό που βρήκε το νησάκι μας το 1963».

Και σε τι χρησιμεύουν οι σανίδες, μίστερ; Γιατί καρφώνετε τα παράθυρα; «Ποτέ δεν ξέρετε τι μπορεί να φέρει ο άνεμος στο μπαλκόνι σας. Κλαδιά, μικρά δέντρα, καμιά βάρκα, καμιά αγελάδα…».

Αργότερα είδαμε αγελάδες δεμένες σε δέντρα, όχι μικρά αλλά θηριώδη, να περιμένουν ανυποψίαστες τον αδυσώπητο Άιβαν. Από κάποια απίθανη μετεωρολογική σύμπτωση, Άιβαν λεγόταν και ο σερβιτόρος της Λινέτ, ένας τύπος που έμοιαζε γεννημένος για σόουμαν. Ο με-σάρκα-και-οστά Άιβαν είχε στρώσει τα τραπέζια του βιαστικού μπρέκφαστ πριν ακόμη εμφανιστούν οι καλεσμένοι και τους υποδεχόταν τραγουδώντας.


«Εμείς φεύγουμε»

Η Λινέτ δεν είχε όρεξη για χωρατά. Το αγριωπό ύφος της έλεγε ότι μας έκανε και χάρη, που δεν είχε φύγει ακόμα για το σπίτι της. Πριν ακόμη προσγειωθούν μπροστά μας τα αυγά, τα σέα και τα μέα, μία αλαφιασμένη οικογένεια Γερμανών εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας, ζαλωμένη με βαλίτσες και κουτσούβελα.

«Συγγνώμη, αλλά εμείς θα φύγουμε, θα πάμε στο Χίλτον. Εκεί θα αισθανόμαστε πιο ασφαλείς». Τι μας λέτε, Φριτς; Δεν προσέξατε ότι το Χίλτον είναι χτισμένο εκεί που σκάει το κύμα; Εμείς, εδώ θα μείνουμε, στο ταπεινό Όσεαν Πόιντ, οχυρωμένοι πίσω από τις σανιδούλες μας, εάν αποφασίσουν να πλακώσουν τα ζόρια.

Ξαφνικά, η απόφασή μας να μείνουμε σε ένα μικροσκοπικό ξενοδοχείο στην ενδοχώρα του νησιού έμοιαζε με κλειδί επιβίωσης. Η οικογένεια μεταναστών που το δούλευε γνώριζε καλά την άμυνα ζώνης απέναντι στις τροπικές καταιγίδες. «Μη φοβάστε, το έχουμε ξαναδεί αυτό το έργο, με τον τυφώνα. Αν δεν θελήσει να μας χτυπήσει κατακούτελα, αύριο τέτοια ώρα θα ετοιμάζεστε για μπάνιο». Αργότερα είδαμε τους Γερμαναράδες να επιστρέφουν, με την ουρά περίτεχνα κρυμμένη κάτω από τα σκέλια. Το πολυτελές Χίλτον είχε εκκενωθεί υπό τον φόβο της πλημμύρας.

«Ακόμα εδώ είστε; Τι κάθεστε και χαζεύετε; Δεν φάγατε; Φάγατε. Δρόμο λοιπόν». Και πού να πάμε, βρε Λινέτ; Τι πρέπει να κάνουμε τώρα, μωρέ Άιβαν; Στα μέρη μας δεν έχουμε τυφώνες. Εάν ήταν να γίνει σεισμός, θα σας τα δείχναμε εμείς τα κατατόπια. Θα κρατούσατε τώρα όλοι φακό και σφυρίχτρα και στεκόσασταν κάτω από το σωτήριο κούφωμα της πόρτας.

«Να τσακιστείτε να πάτε στο σούπερ μάρκετ. Και πολύ καθυστερήσατε. Να αγοράσετε προμήθειες, αλλά όχι τρόφιμα που χαλάνε. Μπορεί να μείνουμε χωρίς ηλεκτρισμό για καμιά βδομάδα. Αντίο σας τώρα, φεύγω, με περιμένει η φαμίλια, εις το επανιδείν και ο Θεός μαζί σας». Οι λέξεις «χωρίς ηλεκτρισμό για καμιά βδομάδα» κουδούνιζαν δυσοίωνα στα αυτιά μας, μέχρι που ξαναβρήκαμε το φως μας, δύο σκοτεινά, ζεστά και υγρά μερόνυχτα αργότερα. Τον Θεό δεν τον είδαμε ποτέ.

Το κοντινό μπακάλικο το βρήκαμε κλειδαμπαρωμένο. Ευτυχώς, είχαμε νοικιάσει αυτοκίνητο. «Α, να βάλετε και βενζίνη». Και από πού να τη βάλουμε, κύριος, από το πρατήριο που έχει ουρά πενήντα αυτοκινήτων και εκατοντάδων πεζών με άδεια μπιτόνια στο χέρι;

«Θα σας δείξουμε εμείς πού να πάτε, υπό τον όρο να μας πάρετε μαζί», υποσχέθηκε ένα αδέσποτο ζευγάρι ντόπιων. Το μίνι μάρκετ που μας υπέδειξαν ήταν ανοιχτό, αλλά είχε πέσει περονόσπορος. Πήραμε κάτι ξεχασμένα μπισκότα, μία αξιοθρήνητη μπανάνα που μάλλον ήταν της ντροπής, κονσέρβες κορν-μπιφ που δεν είχαμε ξαναφάει στη ζωή μας, λίγα αυγουλάκια και ένα μπουκάλι κρασί. Για το ευ ζην, το τελευταίο. Σύμφωνα με μία αρχαία παροιμία των Αντιλλών, ο τυφώνας θέλει καλοπέραση.


Βράσιμο με κουτάλι

Πίσω στο δωμάτιο, είχαμε καβάντζα και ένα δωροπακέτο, κερδισμένο στην εβδομαδιαία βραδιά καλλιστείων και καραόκε. Για καλή τύχη των ιθαγενών και της τοπικής πανίδας, δεν τραγουδήσαμε. Ούτε διακριθήκαμε για την έκπαγλο ομορφιά μας. Απλώς, ήμασταν κωλόφαρδοι. Ο κονφερασιέ κάλεσε την εξωτική Ελληνίδα στη σκηνή, εκείνη απάντησε στις ερωτήσεις του με ύφος τσαχπίνικο, οπότε μας έδωσαν πεσκέσι, για να ξανάρθουμε και την επόμενη Τετάρτη. Μπίρες, γάλατα, πατατάκια, δημητριακά και ό,τι άλλο είχε ευχαρίστηση ο σπόνσορας του σεμνεπίσεμνου σουαρέ.

Οι μπίρες έπιαναν τόπο για όση ώρα το ψυγείο λειτουργούσε, τα τσιπς έγιναν γεύμα μόλις έπεσε η νύχτα (απούσης της Λινέτ), τα αυγά έγραψαν ιστορία όταν επιχειρήσαμε -ανεπιτυχώς- να τα βράσουμε με κουτάλι και αναπτήρα, ενώ το κορν μπιφ δεν τρωγόταν ούτε με σφαίρες, ούτε με τυφώνες. Όταν το προσφέραμε αφιλοκερδώς σε έναν πεινασμένο σκυλάκο, εκείνος μας αγριοκοίταξε ενοχλημένος. Φοβηθήκαμε ότι θα μας πετάξει την κονσέρβα στα μούτρα, οπότε απομακρυνθήκαμε διακριτικά, με μεγαλούτσικες δρασκελιές. «Ευτυχώς εγώ είμαι φυτοφάγα», σχολίασε με το μοσχαρίσιο βλέμμα της η δεμένη στον κοκκοφοίνικα αγελάδα του γείτονα.

Δεν ήταν απόλυτος ο αιφνιδιασμός που μας επιφύλαξε με την πρωινή έφοδό της η πληθωρική Λινέτ. Τα αυτιά μας είχαν πιάσει τη λέξη «storm», καταιγίδα, από ένα ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων, στο μπαράκι όπου κουτσοπίναμε το προηγούμενο βράδυ. Αλλά οι ντόπιοι δεν έδιναν σημασία. «Μάλλον λάθος θα ακούσαμε». Το Τομπάγκο δεν το πιάνουν οι τυφώνες, σωστά; Λάθος. Κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του και κάθε εξαίρεση αυτού του είδους είναι ικανή να σε κάνει να ξεχάσεις τον κανόνα και το όνομά σου.

Τα άδεια ράφια στο σούπερ μάρκετ απομάκρυναν τις τελευταίες ψευδαισθήσεις και μας υποχρέωσαν να ανασκουμπωθούμε. Και αν πέσαμε στην κέντα του αιώνα; Και αν η κλιματική αλλαγή τροποποίησε τα δεδομένα; Άλλωστε, ορισμένοι από τους πιο καταστροφικούς τυφώνες της ιστορίας έγιναν ξεκούδουνα Φεβρουάριο ή Μάιο ή Ιούνιο. «June – too soon», λέει το τραγουδάκι. «October – all over».

Ναι, αλλά το τραγουδάκι το σκάρωσαν πριν από δεκαετίες. Ο πλανήτης δεν είχε ακόμη τρελαθεί. Και στο κάτω κάτω, δεν θα παίξουμε τη ζωή μας κορώνα γράμματα για ρίμες που τραγουδούσαν μικρά παιδάκια παίζοντας κουτσό στη δεκαετία του ’30. Ας ψάξουμε να βρούμε άλλο σούπερ μάρκετ. Και βενζινάδικο; Άσ’ το, τώρα, το καύσιμο. Εκτός αν θέλεις να προμηθευτούμε κηροζίνη για το αεροπλάνο που θα μας φυγαδεύσει σε ώρα ανάγκης. Πού πας, αεροπλανάκι, με τέτοιον καιρό;

Ανάψαμε την τηλεόραση, ελπίζοντας να παίζει κάποιο ξένοιαστο τοπικό πρωινάδικο. Ή έστω την κυριακάτικη λειτουργία, από την εκκλησία που περάσαμε το προηγούμενο πρωινό με τα μαγιό μας, καθ’ οδόν προς το Englishman’s Bay. Αλλού το όνειρο, αλλού το θαύμα, αλλού και το πρόγραμμα. Έκτακτα δελτία έδειχναν οι άνθρωποι, ώστε να ενημερώσουν τον τοπικό πληθυσμό για τις ενδεδειγμένες ενέργειες.

Καρφώστε καλά τις σκεπές των σπιτιών, για να μη τις μετατρέψει ο άνεμος σε ιπτάμενα φονικά εργαλεία. Να δέσετε τις βάρκες όσο πιο σφιχτά μπορείτε. Μην εγκαταλείψετε τα ζωντανά σας αβοήθητα στις αυλές. Και πάνω απ’ όλα, σημειώστε κατά πού πέφτει το κοντινότερο καταφύγιο, για να μη ψάχνετε την τελευταία στιγμή.

Καταφύγιο! Διακοπές είναι αυτές ή η συντέλεια του κόσμου; «Ο τυφώνας Φλόρα, το 1963, έμοιαζε με συντέλεια του κόσμου», είπε ένα γεροντάκι μέσα από το γυαλί. «Ποτέ δεν θα ξεχάσω το βουητό του ανέμου και τα νερά που έμπαιναν από παντού στα σπίτια».


Σκεπές από ελενίτ

Μέχρι νεωτέρας, εμείς το διασκεδάζαμε. «Τα παραλένε μωρέ, τι ζημιά μπορεί να κάνει το αεράκι και το νεράκι του Θεού; Το πολύ πολύ, να τρίζει το σπίτι και να πλατσουρίζουμε μέσα στο δωμάτιο. Την επόμενη μέρα, θα είμαστε ξανά στην αμμουδιά. Και αν ξεμείνουμε δίχως ηλεκτρικό, άλλο κακό να μη μας βρει. Μία ή δύο νύχτες, θα τις περάσουμε με κεράκια, με χαρτάκι και με κρασάκι. Μόλις πέσει το σκοτάδι, θα γνωριστούμε και καλύτερα…».

Ο παρουσιαστής του έκτακτου δελτίου εξηγούσε ότι το ασφαλέστερο δωμάτιο ενός σπιτιού είναι η τουαλέτα. «Συνήθως δεν έχει παράθυρα, οπότε φτάνουν με δυσκολία εκεί τα νερά». Μεταξύ αστείου και σοβαρού, μεταφέραμε σεντόνια και μαξιλάρια στο βε-σε και στρώσαμε τη μπανιέρα. «Εάν όμως το μπάνιο βλέπει τον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου, καλύτερα να το αποφύγετε». Δηλαδή; Υπάρχει περίπτωση να γκρεμίσει και ντουβάρι ένας τυφώνας;

Την απάντηση τη μάθαμε μερικά χρόνια αργότερα, στο όχι και τόσο μακρινό Σιντ Μάαρτεν (γαλλιστί Σεν Μαρτέν), όπου είδαμε τα απομεινάρια ενός πολυώροφου ξενοδοχείου, μετά το ανελέητο χτύπημα κάποιου άλλου τυφώνα - όχι ισχυρότερου από την Κατηγορία 4 που χαρακτήριζε τον «φίλο» μας τον Άιβαν. Το τσιμεντένιο μεγαθήριο έμοιαζε σαν να είχε χτυπηθεί από 8 Ρίχτερ. Μάλλον δεν είναι σκέτο αεράκι και νεράκι, ο μπαγάσας ο τυφώνας…

Εμείς δεν βρισκόμασταν σε τσιμεντένιο μεγαθήριο. Το διώροφο κτίσμα που μας φιλοξενούσε δεν είχε βέβαια σκεπή από ελλενίτ όπως τόσες κατοικίες στην Καραϊβική ούτε έμοιαζε με φτερό στον άνεμο, αλλά …υπάρχουν άνεμοι και άνεμοι.

Ο συνάδελφος, στην τηλεόραση, συνέχισε το βιολί του. «Να αποφεύγετε τα παραθαλάσσια σημεία και να εκκενώσετε τις περιοχές που βρίσκονται χαμηλότερα από το επίπεδο της θάλασσας. Οι επιστήμονες προβλέπουν ότι ο τυφώνας Άιβαν θα πλήξει άμεσα το βορειοανατολικό κομμάτι του νησιού». Εμείς ήμασταν στο νοτιοδυτικό, αλλά το Τομπάγκο είναι τοσοδούλι, τρία τσιγάρα δρόμος με τη σακαράκα που είχαμε νοικιάσει, από τη μία άκρη ως την άλλη. «Μην αμελήσετε να στερεώσ…..».

Αυτό ήταν. Εγένετο σκότος. Ηλεκτρισμός, τέλος. Η Λινέτ είχε ήδη ρίξει πίσω της τη μαύρη πέτρα, ενώ το υπόλοιπο προσωπικό, για 6-7 άτομα μιλάμε, σιγά σιγά αραίωνε. Ο σερβιτόρος Άιβαν έφυγε τραγουδώντας αυτοσχέδια χωρατά, ενθουσιασμένος για τη συνωνυμία του με τον τυφώνα. Έκανε ζέστη και είχε μία παράξενη, μολυβένια συννεφιά. Ποτέ δεν έμαθα τι ακριβώς σημαίνει «βαρομετρικό χαμηλό», αλλά εκείνη τη μέρα το ένιωσα να κάθεται σαν πέτρα στον σβέρκο μου.

Ο αέρας έμοιαζε ακίνητος, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Η θάλασσα ήταν σχεδόν ήρεμη στην επιφάνειά της, αλλά φουσκωμένη και υπόγεια ανταριασμένη. Αποφασίσαμε να πεταχτούμε για να τη δούμε από κοντά. Τα σκυλιά του δρόμου περιφέρονταν ανήσυχα. Ο γείτονας κάρφωνε τη στέγη του. Τα τετράπαχα βατράχια της γειτονιάς είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης.

Στο διπλανό σπίτι, έπαιζαν μουσικές, από ένα αρχαίο κασετόφωνο με μπαταρίες. Κάτι πιτσιρικάδες χόρευαν και έπιναν μπίρες στην αυλή, για να τις προλάβουν πριν ζεσταθούν. Ο τυφώνας θέλει το πάρτι του.

 

Ήρωας στην καταιγίδα

Ένα τρανζιστοράκι που για κάποιον μυστήριο λόγο κουβαλούσαμε μαζί μας ήταν πια ο μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Ο τοπικός σταθμός είχε γεννήτριες και συνέχιζε να προσφέρει πληροφορίες έκτακτης ανάγκης, μέχρι που ζήτησε συγγνώμη και κατέβασε τους διακόπτες, καθώς έξω σουρούπωνε. Με λίγη τύχη πιάναμε και Τρίνινταντ, αλλά ο μεγάλος αδελφός του μικρού Τομπάγκο ζούσε στον δικό του κόσμο. Έπαιζε μουσικές λάτιν, σόκα και καλύπσο. Ωραίες, αλλά εκτός τόπου και χρόνου. Και βρισκόταν μερικές λεύγες παραπέρα. Μα δεν τους πιάνει αυτούς ο τυφώνας;

Πριν το νερό, ήρθε το σκοτάδι. Με το σκοτάδι, κατέφτασαν οι πυγολαμπίδες. Ο ξένοιαστος και με κάποιον τρόπο καθησυχαστικός χορός τους έμοιαζε ικανός να διώξει τον πανικό και την ταραχή. ‘Ηταν το ομορφότερο θέαμα που είχα δει στη ζωή μου. Βγήκαμε στον έρημο δρόμο και τις χαζεύαμε. «Πώς θα προφυλαχθούν, οι καημένες, όταν αρχίσει να λυσσομανάει; Και τα πουλιά; Τι θα απογίνουν τα πουλιά; Πού χάθηκαν και δεν ακούγονται;»

Η απόλυτη ησυχία δοκίμαζε τα νεύρα και η σκοτεινιά νέκρωνε τις αισθήσεις. Οι πυγολαμπίδες έμοιαζαν με ύστατο σημείο ζωής, ένα χαράκωμα ανείπωτης ομορφιάς απέναντι στην αδυσώπητη απειλή. Βγήκαμε με τον φακό που μας έδωσαν και με κάτι χλιαρές μπίρες στην ταράτσα, για να ξεφύγουμε από το κελί με τα σανιδωμένα παράθυρα, όσο ο καιρός ήταν στεγνός.

Εκεί συναντήσαμε τον κυριούλη των γενικών καθηκόντων. «Μην ανησυχείτε, είστε ασφαλείς εδώ. Σπάνια έχουμε τυφώνες και ακόμα πιο σπάνια μας πετυχαίνουν στο δόξα πατρί». Δεν θυμάμαι πώς το είπε το «δόξα πατρί» στα ιδιωματικά αγγλικά των Μικρών Αντιλλών, αλλά θυμάμαι το ξεδοντιασμένο του χαμόγελο. «Το έχω ξαναδεί, αυτό το έργο», έμοιαζε να λέει. Ήταν Ινδός.

Και τότε άρχισε η βροχή. Και ο αέρας. Ο αέρας έπαιρνε το νερό ή το νερό παρέσυρε τον άνεμο, δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε με σιγουριά. Φρακάραμε το κατώφλι μας με τις πετσέτες που μας έδωσαν, αλλά αποδείχθηκε θέμα λίγων λεπτών, να μουλιάσουν αυτές και να γίνει το δωμάτιο λίμνη. Κάποιος ήρωας βγήκε στην καταιγίδα και μας έφερε καινούριες, μαζί με κάτι φρούτα. «Ευτυχώς, γιατί το κορν μπιφ δεν τρώγεται, ενώ το αυγό αρνείται να βράσει με κουτάλι και αναπτήρα».

Το ραδιόφωνο έπαιζε μόνο χιόνια. Οι πυγολαμπίδες έγιναν άφαντες. Τα κύματα της θάλασσας ακούγονταν να σκάνε στα πόδια μας, μολονότι η ακρογιαλιά απείχε μισό χιλιόμετρο. Το κτίριο, πράγματι, έτριζε. Ο δαίμονας Άιβαν μούγκριζε σαν τα χίλια σκυλιά της κόλασης. Ένα σκυλί του πάνω κόσμου γαύγιζε απεγνωσμένα, σε μία μάταιη προσπάθεια να του παραβγεί σε ντεσιμπέλ. Το φτηνό κοκκινέλι μέσα στο μπουκάλι κυμάτιζε απορημένο. Τα μάνγκο και οι παπάγιες είχαν τη γεύση του αλουμινίου, τη γεύση του φόβου.

Η φασίνα βοηθούσε να περνάει η ώρα, αλλά φοβόμασταν τα χειρότερα. Και αν αυτό είναι μόνο η αρχή; Και αν αρχίσουν να ξεκολλάνε ένας ένας οι τοίχοι και οι σκεπές; Και αν εμβολίσει τις σανίδες μας κανένα ιπτάμενο ψαροκάικο; Η στρωμένη μπανιέρα γινόταν ολοένα πιο ελκυστική. Η τράπουλα βοήθησε για να ξεχαστούμε λίγο. Το κυνικό μυαλό μου βάλθηκε να αναρωτιέται κατά πόσον τα ιδιωτικά ασφαλιστικά συμβόλαια προστατεύουν τον πελάτη από τα τρομερά ξεσπάσματα του τροπικού καλοκαιριού.

«Εδώ στην Καραϊβική, όχι», μου είπαν μετά. Δεν θεωρείται ακραίο καιρικό φαινόμενο, κάτι που μπορεί να συμβεί 3-4 φορές τον χρόνο. Στη λοιπή γειτονιά εντάξει, αλλά …στο Τομπάγκο; Εσείς δεν είστε που καμώνεστε ότι σας φύτεψαν στο απυρόβλητο των τυφώνων; Ξέρω, ξέρω, ο πλανήτης τρελάθηκε. Δεν θα υπακούσω άλλη φορά στη φωνή της λογικής, όταν ξεκινώ να σχεδιάσω εξωτικές διακοπές.

Η μανιασμένη κακοκαιρία συνεχίστηκε για αρκετές ώρες, αλλά κόπασε γύρω στα μεσάνυχτα. «Έχω ακούσει ότι ο άνεμος και η βροχή παύουν προσωρινά όταν βρίσκεσαι ακριβώς στο μάτι του κυκλώνα», είπε ο εξυπνάκιας της παρέας. Ας μην εφησυχάσουμε, λοιπόν. Ας μη τα φάμε από σήμερα, όλα τα μπισκότα. Αποκλείεται να κουβαληθεί η Λινέτ να φτιάξει αύριο πρωινό, με τέτοιον καιρό. Ποιος ξέρει τι χαλασμός γίνεται, στην άλλη άκρη του νησιού.

Αλλά η κινδυνολογία αποδείχθηκε διαζευγμένη με την πραγματικότητα. Η εκκωφαντική βροχή έπεφτε χωρίς σταματημό, αλλά δεν ήταν παρά βροχή. Ο άνεμος αλάλιασε τη βλάστηση μέχρι το ξημέρωμα, αλλά δεν ήταν παρά άνεμος. Αεράκι και νεράκι. Κάποια στιγμή, αργά, αποφασίσαμε να ξεμυτίσουμε τσαλαβουτώντας πάνω στις μουσκεμένες πετσέτες και στα νερά που λίμναζαν έξω από την πόρτα μας.

 

Ο χορός των πυγολαμπίδων

Η ζεστή βροχή ήταν σχεδόν ευχάριστη και τα πεσμένα κλαδιά που μπλόκαραν τον δρόμο έμοιαζαν με σουβενίρ μίας βραδιάς αφροαμερικάνικου μετεωρολογικού φολκλόρ. Δεν υπήρχε αρκετό φως για να δούμε καθαρά τι συνέβαινε γύρω μας, αλλά τα φτωχικά σπίτια της γειτονιάς φαίνονταν άθικτα. «Όπου να ‘ναι, θα επιστρέψουν οι πυγολαμπίδες».

Επιστρέψαμε στο δωμάτιο και βυθιστήκαμε σε ξένοιαστο ύπνο, βέβαιοι πια ότι η περιπέτεια πλησίαζε προς το τέλος της. Γύρω στις 9 το πρωί, κάποιο ασυμβίβαστο χέρι χτύπησε με δύναμη την πόρτα. «Κατεβείτε αμέσως για πρωινό. Σε μία ώρα πρέπει να γυρίσω στα παιδιά μου».

Το νησί έμεινε χωρίς ηλεκτρισμό περίπου για 24 ώρες, ενώ το αεροδρόμιο ξανάνοιξε μετά από 2-3 μέρες, ίσα για να προφτάσουμε την πτήση της επιστροφής. «Ήμασταν τυχεροί», μας είπε η Λινέτ, αφού πρώτα απολογήθηκε για τη θερμοκρασία του πιάτου που σέρβιρε. «Ο τυφώνας άλλαξε πορεία την τελευταία στιγμή και μας βρήκε ξώφαλτσα. Μια γυναίκα σκοτώθηκε από ένα δέντρο που πλάκωσε το σπίτι της, αλλά γλιτώσαμε φτηνά. Έχετε ακουστά το διπλανό νησάκι, τη Γκρενάντα; Ισοπεδώθηκε πλήρως. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο».

Και πράγματι, ο τυφώνας Άιβαν γκρέμισε ό,τι βρήκε στο διάβα του στην άμοιρη Γκρενάντα, η οποία κοιμόταν τόσο ήσυχη όσο και το δικό μας Τομπάγκο: «Δεν μας πιάνουν, εμάς, οι τυφώνες». Η καλλιέργεια των μπαχαρικών ξεκληρίστηκε και η οικονομία του σπιθαμιαίου νησιού καταστράφηκε για αρκετά χρόνια. Ο τρομερός Άιβαν έφτασε στην Κατηγορία 5, φύσηξε ανέμους ταχύτητας 270 χιλιομέτρων την ώρα και σκότωσε 124 ανθρώπους, προξενώντας αμύθητες ζημιές στα περισσότερα κρατίδια της περιοχής, αλλά και στις ΗΠΑ. Εμάς, μας λυπήθηκε. Δεν χρειάστηκε καν να κλειδωθούμε στο μπάνιο, με τα πατατάκια μας και τα κρασιά μας.

Τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία εξοστράκισαν την καταστροφή στα μονόστηλα, μέχρι που ο Άιβαν έφτασε στις ακτές της Φλόριντα . Τότε, τον έκαναν πρωτοσέλιδο τρόμου. Όλοι οι πολίτες αυτού του κόσμου είναι ίσοι, αλλά μερικοί είναι λιγότερο ίσοι από τους υπόλοιπους.

Ευτυχώς για τη νοτισμένη αφεντιά μας, η Ελλάδα δεν πήρε χαμπάρι το παραμικρό. «Μην ανησυχείτε, πάει, πέρασε ο τυφώνας, δεν έγινε τίποτε φοβερό, είμαστε μια χαρά και συνεχίζουμε τα μακροβούτια», ενημερώσαμε τους δικούς μας όταν ξαναπήρε μπρος το καρτοτηλέφωνο του Όσεαν Πόιντ (αφού τα κινητά δεν έπιαναν στο Τομπάγκο). Η απάντηση ήταν αυτή ακριβώς που περιμέναμε: «Τυφώνας; Ποιος τυφώνας;»

Επιστρέψαμε στο αγαπημένο Τομπάγκο τρία χρόνια αργότερα και η Λινέτ μας θυμήθηκε αμέσως. «Εσείς δεν είστε, που μας φέρατε τον τυφώνα την προηγούμενη φορά; Ελάτε, κοπιάστε, θα σας φτιάξω εγώ πρωινό που θα σας μείνει αξέχαστο. Αλήθεια, το ακούσατε ότι ξανάρχεται καταιγίδα;»

Νομίσαμε ότι αστειευόταν, αλλά έλεγε αλήθεια. Το νησί βρισκόταν και πάλι σε κατάσταση συναγερμού και η μπαλκονόπορτα του δωματίου μας καμουφλαρίστηκε εκ νέου, με τις ίδιες σανίδες, του ίδιου Ινδού. Αυτή τη φορά, κινηθήκαμε έγκαιρα και προλάβαμε να προμηθευτούμε πλούσια αγαθά από το σούπερ μάρκετ. Κοιτάζαμε μάλιστα με οίκτο τους ανυποψίαστους τουρίστες, που περιφέρονταν πελαγωμένοι και βλαστημούσαν την γκαντεμιά τους.

Τελικά, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Η τροπική καταιγίδα που πλησίαζε ουδέποτε έλαβε διαστάσεις πραγματικού τυφώνα. Χάσαμε μερικές βουτιές, παραπονεθήκαμε για τη ματαίωση της βραδιάς καλλιστείων που τόσο καλά μας φέρθηκε την προηγούμενη φορά, και συνεχίσαμε τις διακοπές απτόητοι. «Ο παλιός είναι αλλιώς», εξήγησα ελληνιστί σε κάποιον που με κοίταζε καλά καλά. Όπως το ξεστόμιζα, ένιωσα για μια στιγμή σαν εκείνα τα γεροντάκια που εξιστορούσαν στα δελτία ειδήσεων τη συμφορά του 1963.