Του Άκη Έβενη
Η χρήση της έκφρασης «η καλή συνάδελφος ή, ο καλός συνάδελφος» στα δελτία ειδήσεων και στις ενημερωτικές εκπομπές είναι ένα φαινόμενο το οποίο όντως ξενίζει πολλούς ακροατές - τηλεθεατές και μάλιστα συχνά γίνεται αντικείμενο σχολιασμού ή ακόμα και σάτιρας.
Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, η έκφραση μπορεί να θεωρηθεί ενοχλητική λόγω υπερβολικής οικειότητας. Όταν ένας δημοσιογράφος προσφωνεί τον/την ρεπόρτερ ως «καλό συνάδελφο» και αμέσως μετά απευθύνεται σε έναν καλεσμένο (π.χ. έναν επιστήμονα ή έναν πολίτη) με ένα ξερό «καλησπέρα σας», δίνει την εντύπωση της κλίκας υποδηλώνοντας ότι η δημοσιογραφική ομάδα είναι μια «οικογένεια» που αλληλοϋποστηρίζεται, ενώ ο καλεσμένος είναι ένας «ξένος» ή απλώς ένα εργαλείο για την εκπομπή.
Σε αυτή την άνιση μεταχείριση ο καλεσμένος μπορεί να νιώσει ότι η παρουσία του είναι πιο τυπική και λιγότερο αξιολογημένη σε σχέση με τον «δικό μας άνθρωπο». Υπάρχουν φορές κατά τις οποίες η υπερβολική φιλοφρόνηση μεταξύ συναδέλφων μπορεί να εκληφθεί ως έλλειψη κριτικής απόστασης. Αν ο συνάδελφος κάνει λάθος, το «καλός» λειτουργεί προστατευτικά, κάτι που δεν ισχύει για τους υπόλοιπους καλεσμένους.
Στην ουσία, η εμμονή σε αυτή τη φράση αναδεικνύει μια δημοσιογραφική εσωστρέφεια κι έτσι, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την ουσία της είδησης στις δημόσιες σχέσεις μεταξύ των μελών της τηλεοπτικής ομάδας.
«Καλησπέρα σας, είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα»
Αν πατήσετε το mute σε ένα δελτίο ειδήσεων ή σε μια ενημερωτική εκπομπή, θα δείτε σοβαρά πρόσωπα, αυστηρά κοστούμια και γραφήματα που προμηνύουν την καταστροφή. Αν όμως ανοίξετε την ένταση, θα νομίζετε ότι μπήκατε σε reunion παλιών συμμαθητών που έχουν να ιδωθούν δέκα χρόνια. «Ο καλός συνάδελφος», «η εξαιρετική συνεργάτιδα», «το παιδί-μάλαμα στο ρεπορτάζ». Αναρωτιέται κανείς: είναι ενημέρωση αυτή ή μια ομαδική συνεδρία αυτοεπιβεβαίωσης;
Ο «καλός συνάδελφος» είναι πάντα εκεί, έτοιμος να δώσει πάσα στον «έγκριτο συνάδελφο» παρουσιαστή, ενώ ο καλεσμένος στο παράθυρο περιμένει υπομονετικά σαν τον φτωχό συγγενή. Αναρωτιέσαι αν υπάρχει ποτέ «κακός συνάδελφος» και γιατί αυτή η τηλεοπτική ευγένεια ακούγεται πιο ψεύτικη και από το γέλιο σε αμερικανική κωμωδία.
Διακωμωδώντας την κατάσταση δύο παραδείγματα για το πως κυλούν, ένα δελτίο ειδήσεων και μια ενημερωτική εκπομπή προς τα τελειώματά τους:
«Σε ευχαριστώ πολύ, καλή συνάδελφε», λέει ο παρουσιαστής με το πιο λαμπερό του χαμόγελο, πριν γυρίσει απότομα το βλέμμα στο διπλανό παράθυρο. Εκεί, ο καθηγητής που περίμενε δέκα λεπτά για να μιλήσει, τον κοιτάζει με την ελπίδα του ανθρώπου που έχει κάτι σημαντικό να πει.
«Κύριε καθηγητά, έχουμε τριάντα δευτερόλεπτα. Σας ακούμε». Ο καθηγητής παίρνει ανάσα. Ανοίγει το στόμα του. Το «Κ» της πρώτης λέξης μόλις που προλαβαίνει να ακουστεί. «Δυστυχώς σας χάσαμε, ο χρόνος μας πίεσε», τον κόβει ο παρουσιαστής με μια κίνηση που θυμίζει γκιλοτίνα. «Πάμε τώρα σε κάτι πραγματικά σοβαρό: Δείτε τι έκανε η γάτα ενός άλλου καλού συναδέλφου στην Πάτρα». Τα φώτα χαμηλώνουν. Ο παρουσιαστής βγάζει το μικρόφωνο και ψιθυρίζει στον floor manager: «Ποιος ήταν αυτός στο παράθυρο; Τον ξέρουμε;». Η οθόνη μαυρίζει. Τα λέμε στο αυριανό δελτίο. Αν, φυσικά, είστε κι εσείς... εκεί.
Στην ενημερωτική εκπομπή με αρκετούς παρουσιαστές:
Στο στούντιο επικρατεί η γνωστή, ζεστή μεταμεσονύχτια ατμόσφαιρα. Οι πέντε παρουσιαστές είναι πιασμένοι από τα χέρια (μεταφορικά, ίσως και κυριολεκτικά) σε έναν κύκλο αλληλοθαυμασμού. «Να δώσω την πάσα στην εξαιρετική συνάδελφο και φίλη, τη Μαρία, που έχει το ρεπορτάζ», λέει ο κεντρικός παρουσιαστής, χαμογελώντας με όλα του τα δόντια. «Σε ευχαριστώ, γλυκέ μου. Όπως είπε και ο λατρεμένος συνάδελφος πριν...», ξεκινά η Μαρία, αλλά την διακόπτει ο τρίτος της παρέας «Μισό, καλή μου συνάδελφε, να προσθέσω κάτι για τον έγκριτο συνάδελφο που μας ακούει από το κοντρόλ...»
Στην άκρη του κάδρου, σε ένα μικρό, ταπεινό παραθυράκι, ένας ειδικός καλεσμένος -ας τον πούμε κύριο Παπαδόπουλο- παρακολουθεί τη σκηνή σαν να βλέπει τένις. Έχει έρθει για να αναλύσει μια σοβαρή κοινωνική κρίση. Κάποια στιγμή, αποφασίζει να ψελλίσει κάτι. «Αν μου επιτρέπετε, πάνω σε αυτό που είπε η κυρία...». «Μισό λεπτάκι κύριε... εεε... κύριε μου», τον κόβει ο κεντρικός παρουσιαστής χωρίς να τον κοιτάξει. «Προηγείται η καλή συνάδελφος που θέλει να κάνει μια τοποθέτηση για το κέικ που φάγαμε στο διάλειμμα». Εκείνη την στιγμή όλοι οι «καλοί συνάδελφοι» ξεσπούν σε γέλια. Ανταλλάσσουν πειράγματα για το ποιος πήρε το μεγαλύτερο κομμάτι. Ο κύριος Παπαδόπουλος κοιτάζει το ρολόι του. Η σύνδεσή του αρχίζει να τρεμοπαίζει. «Λοιπόν, κύριε Παπαδόπουλε, κλείνοντας, πείτε μας σε 3 δευτερόλεπτα: Θα σωθεί η ανθρωπότητα;» —«Κοιτάξτε, η κατάσταση είναι...» —«Σας ευχαριστούμε θερμά! Πάντα εύστοχος!», τον προλαβαίνει ο παρουσιαστής. «Πάμε τώρα σε διαφημίσεις, γιατί η καλή συνάδελφος στο μακιγιάζ μου κάνει νόημα ότι γυαλίζει το πρόσωπο μου». Η κάμερα απομακρύνεται. Οι «καλοί συνάδελφοι» σκύβουν πάνω από τα κινητά τους, ανεβάζοντας σέλφι με #BestTeamEver. Ο κύριος Παπαδόπουλος στην οθόνη του έχει μείνει παγωμένος, με το στόμα ανοιχτό, περιμένοντας μια ερώτηση που δεν ήρθε ποτέ. Μαύρο. Μουσική τίτλων τέλους. Και αύριο εδώ, στην ίδια παρέα. Γιατί ως γνωστόν, ο «καλός συνάδελφος» στην ανάγκη (τηλεθέασης) φαίνεται.
Το Συμπέρασμα: Μια κλειστή πόρτα με ανοιχτά μικρόφωνα
Μέσα σε ένα περιβάλλον που φημίζεται για τον κανιβαλισμό και τις πισώπλατες μαχαιριές του, ο αέρας των εκπομπών λειτουργεί ως ένα μαγικό φίλτρο που μεταμορφώνει τους πάντες σε αγίους της δημοσιογραφίας. Μόνο που αυτή η ξύλινη ευγένεια, εκτός από γελοία, αρχίζει να γίνεται και προκλητικά υποτιμητική για όσους βρίσκονται εκτός του τηλεοπτικού «κλαμπ».
Η εμμονή στη φράση «ο καλός συνάδελφος» δεν είναι απλώς μια κακή γλωσσική συνήθεια· είναι το σύμπτωμα ενός ραδιοφώνου η μιας τηλεόρασης ενημερωτικού περιεχομένου που έχουν πάψει να κοιτάζουν το κοινό και έχουν ερωτευτεί το είδωλό τους στον καθρέφτη. Όταν ο αέρας γεμίζει με φιλοφρονήσεις μεταξύ των παρουσιαστών, ο χώρος για την ουσία στενεύει. Ο καλεσμένος μετατρέπεται σε «γλάστρα» και ο τηλεθεατής σε απλό παρατηρητή μιας ιδιωτικής γιορτής στην οποία δεν προσκλήθηκε ποτέ. Τελικά, η πραγματική ευγένεια στην ενημέρωση δεν κρίνεται από το πόσο «καλοί» δηλώνουν οι δημοσιογράφοι μεταξύ τους, αλλά από τον σεβασμό που δείχνουν στον χρόνο του καλεσμένου και στη νοημοσύνη του πολίτη. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς τηλεοπτικό «λιβάνισμα» για να καλύπτεται το κενό, είτε αυτό είναι χρονικό είτε, ακόμα χειρότερα, ποιοτικό.
