15 Φεβρουαρίου 2026
O ΚΙΜΠΙ (Γιάννης Κιμπουρόπουλος), από τους κορυφαίους συντάκτες του οικονομικού (και όχι μόνο) ρεπορτάζ, γράφει στην «Εφημερίδα των Συντακτών» για την μετακόμιση των γραφείων της εφημερίδας.
Από σήμερα Κυριακή 15 Φεβρουαρίου, τα γραφεία της εφημερίδας (θα) βρίσκονται στον Πειραιά, στο ίδιο κτίριο, πάνω-κάτω, δεύτερος και τρίτος όροφος, με την Ναυτεμπορική, την άλλη εφημερίδα του ομίλου Μελισσανίδη. Η Κολοκοτρώνη 8 αποτελεί παρελθόν από την Παρασκευή το απόγευμα στις 6 και ο Γιάννης κάνει έναν ωραίο αποχαιρετισμό, γράφοντας «Το τελευταίο κολοκοτρωνέικο».
Εδώ βρισκόταν εδώ και 13 χρόνια η «Εφημερίδα των Συντακτών». Κολοκοτρώνη 8, 2ος και 7ος όροφος τα πρώτα 12 χρόνια, 3ος και 4ος τον τελευταίο χρόνο. Η θέση της στρατηγικά επιτελική. Αν εξαιρέσει κανείς τον καθημερινό αγώνα για θέση στάθμευσης, που προσωπικά μου έχει κοστίσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό σε κλήσεις, το κτίριο είναι «στο κέντρο των γεγονότων». Αυτών τουλάχιστον που έρχονται στον αφρό, γιατί τα πολλά και σημαντικά γεγονότα υπάρχουν παντού και τα βαθύτερα και καθοριστικά φωλιάζουν στ’ ανύποπτα.
Μετακομίζουμε, όχι γιατί χωρίζουμε, που θα έλεγε το λαϊκό άσμα, αλλά γιατί ο νέος βασικός μέτοχος της εταιρείας έχει ένα μεγάλο σύγχρονο κτίριο στην Ακτή Κονδύλη, όπου συστεγάζονται κι άλλες εταιρείες του, προφανώς με καλύτερες υποδομές από τα ετοιμόρροπα γραφειάκια μας και τις τρεκλίζουσες καρέκλες μας.
Αλλά παρ’ όλα αυτά, εμένα τουλάχιστον, θα μου λείψει το «χρέπι» μας, που στέγασε καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας: της «Ελευθεροτυπίας» στη Μεταπολίτευση και της «Εφημερίδας των Συντακτών» στα χρόνια των μνημονίων. Λίγοι από τους μεγαλύτερους ίσως έχουν βιώματα κι από τις δύο φάσεις χρήσης του κολοκοτρωνέικου κτιρίου, και δη του 2ου ορόφου, και του 7ου, με το τεράστιο μπαλκόνι και την αξιολάτρευτη θέα στην Ακρόπολη (και ολίγον στον Λυκαβηττό). Εγώ έζησα μόνο τα τελευταία σχεδόν εφτά χρόνια, σχέση με την «Ελευθεροτυπία» δεν είχα. Αλλά κι αυτά τα εφτά χρόνια μού ήταν αρκετά για να αγαπήσω με έναν παράδοξο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο, τα γραφεία με τις φθαρμένες, σαρακοφαγωμένες επιφάνειες, τα πληκτρολόγια που μετατρέπονταν σε βιότοπους από τα φαγητά και τα ποτά που έπεφταν πάνω, τους τοίχους που καθένας διακοσμούσε κατά βούληση με τους «ήρωές» του, άλλος τον Τσε, άλλος τον Κάστρο, άλλος τον Τρότσκι, τον Λένιν, τον Μάο, τον Καζαντζίδη, τις ζωγραφιές ή τις φωτογραφίες των παιδιών τους, ή μερικά θαυμάσια εξώφυλλα της «Εφ.Συν.». Θα μου λείψει η ατημελισιά και η αταξία, με τις στοίβες εφημερίδων και βιβλίων σε διαδρόμους, το γραφείο-κλουβί των συναδέλφων της διόρθωσης με φόντο μια ταπετσαρία που απεικόνιζε μια Σπανιόλα –ο αστικός μύθος λέει ότι μάλλον σ' αυτόν τον χώρο γυρίστηκαν τσόντες τη χρυσή εποχή του ελληνικού πορνό–, αλλά και το σούπερ ντούπερ στούντιο που στήσαμε με τη βοήθεια των αναγνωστών, θα μου λείψουν ακόμα και τα ίχνη των ηχηρών καβγάδων επί της ύλης και του πνεύματος της «Εφ.Συν.» που φτάναν μέχρι και στους ανυποψίαστους θαμώνες της Καρύτση, γιατί η αυτοδιαχείριση και η συνεταιριστική δημοκρατία τα είχε κι αυτά: τον λεκέ στον τοίχο από κάποιο υγρό που εκτοξεύθηκε από θυμό, το σημάδι στο πλακάκι από κάποιο ποτήρι που δεν έπεσε κατά λάθος στο πάτωμα, το βούλιαγμα στην επιφάνεια ενός γραφείου που έφαγε γροθιά.


