Η μετά-playlist εποχή κάνει τα πρώτα δειλά της βήματα

Η μετά-playlist εποχή κάνει τα πρώτα δειλά της βήματα
Ακολουθήστε μας στο Google news

31 Μαρτίου 2026

 

Του Ηλία Σελιμά

Η μετά-playlist εποχή πλέον κάνει τα δειλά της βήματα και, παράδοξα, το καταλαβαίνεις πρώτα από την ενόχληση. Από εκείνη τη μικρή, απορία όταν ένα τραγούδι δεν ολοκληρώνεται ποτέ όπως θα έπρεπε. Σποραδικά – προς το παρόν - εκεί που περιμένεις το σόλο της κιθάρας ή το ατμοσφαιρικό κλείσιμο που δίνει νόημα σε ό,τι προηγήθηκε, αυτό δεν έρχεται ποτέ. Ξαφνικά τα «μεγάλα τραγούδια» έγιναν μικρότερα σε διάρκεια. Αντιθέτως ένα απότομο πέρασμα στο επόμενο κομμάτι, σε κάνει να αναρωτιέσαι αν όντως αυτό που άκουσες είναι το τραγούδι που ξέρεις. Σαν κάποιος να αποφασίζει πια όχι μόνο τι θα ακούσεις χωρίς να το προλογίζει αλλά και πόσο θα το ακούσεις.

Γιατί αυτό που κάποτε ήταν το ραδιόφωνο — ένας χώρος δηλαδή στον οποίο η μουσική μπορούσε να αναπνεύσει, να απλωθεί, να δημιουργήσει προσμονή και άλλα πολλά — έχει μετατραπεί, σε αρκετές περιπτώσεις, σε ένα αυστηρά ρυθμισμένο σύστημα διαχείρισης χρόνου. Και κάπως έτσι τα τραγούδια δεν είναι πλέον αφηγήσεις με αρχή, μέση και τέλος, αλλά μονάδες προς κατανάλωση, κομμένες και ραμμένες ώστε να εξυπηρετούν μια αόρατη λογική βελτιστοποίησης.

Και έτσι, αφαιρούνται σιγά σιγά όλα εκείνα τα στοιχεία που κάποτε έδιναν στη μουσική το δικαίωμα να υπάρχει ως εμπειρία. Οι εισαγωγές, οι μουσικές γέφυρες, τα fade-outs είναι πια περιττά μπροστά στην ανάγκη να «χωρέσουν περισσότερα». Και άντε, σε ένα ειδησεογραφικό ραδιόφωνο να το καταλάβω. Εδώ όμως έχουν αντιστραφεί οι όροι εντελώς. Πλέον μιλάμε για μουσικά ραδιόφωνα του εύκολου σχόλιου με περισσότερα τραγούδια, περισσότερα σήματα, περισσότερα ερεθίσματα, και ειδησεογραφικά ραδιόφωνα που μπορεί να βρεις οάσεις πραγματικών ραδιοφωνικών παραγωγών (μερικές φορές). Βέβαια οφείλω να ομολογήσω πως εξαίρεση στα παραπάνω, και τα παρακάτω, αποτελεί το κρατικό ραδιόφωνο.

Σίγουρα παλαιότεροι και πιο έμπειροι ραδιοφωνικοί παραγωγοί θα μπορούσαν να εξηγήσουν καλύτερα πως η μουσική δεν ήταν ποτέ ζήτημα πυκνότητας. Ήταν ζήτημα χρόνου — όχι του μετρήσιμου, αλλά του βιωμένου. Εκείνου που διαστέλλεται όταν κάτι σε αγγίζει και συστέλλεται όταν περνά αδιάφορο. Όταν κόβεις ένα τραγούδι για να «κερδίσεις» δευτερόλεπτα, η ακρόαση γίνεται επίπεδη, σχεδόν διακοσμητική. Μια ακατάληπτη μουρμούρα που δε της δίνεις και πολλή σημασία.

Τα ραδιόφωνα στα σπίτια λιγόστεψαν πια, η λύση του κινητού ακυρώνεται από τα παραπάνω και τις μουσικές πλατφόρμες και κάπως έτσι καταλαβαίνεις η όποια αλλαγή θα συμβεί από ιδιωτικές επιλογές. Από την απόφαση να ακούσει κάτι ολόκληρο, χωρίς να το διακόψει, χωρίς να το βιάσει. Από την αποδοχή ότι δεν χρειάζεται να χωρέσουν όλα.

Γιατί στο τέλος, ίσως αυτό που αναζητούμε δεν είναι περισσότερη μουσική, αλλά περισσότερος χώρος μέσα στη μουσική. Και αυτός ο χώρος δεν δημιουργείται με περικοπές, αλλά με εμπιστοσύνη στον χρόνο — τον μόνο παράγοντα που καμία playlist δεν κατάφερε ποτέ να ελέγξει πραγματικά. Και στο κάτω κάτω ποιος ο λόγος να μπεις στην διαδικασία να κάνεις ένα επτάλεπτο τραγούδι να διαρκεί τρία λεπτά. Απλά μην το παίξεις.