Του Άκη Έβενη
Η μετάβαση του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης και της μουσικής στην ψηφιακή εποχή δεν είναι απλώς μια αλλαγή τεχνολογίας, αλλά μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου που καταναλώνουμε περιεχόμενο. Κι επειδή προκλήθηκε, μερικώς, συζήτηση για τον ρόλο του Ραδιοφωνικού παραγωγού μουσικών προγραμμάτων, με αφορμή το άρθρο «Γιατί δεν αναλύθηκε το φαινόμενο Μαρινέλλα στα ελληνικά ΜΜΕ», το οποίο επικεντρώθηκε στην τηλεοπτική στάση δημοσιογράφων οι οποίοι αδυνατούσαν να αναλύσουν καλλιτεχνικά γεγονότα, θέλω να προσθέσω ότι: Η απουσία εξειδικευμένων στελεχών, κυρίως στα μουσικά προγράμματα ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, έχει οδηγήσει σε «τυποποιημένα» προγράμματα χωρίς βάθος μουσικής επιμέλειας. Παρατηρούμε στελέχωση των ραδιοτηλεοπτικών δικτύων της χώρας, με ειδικότητα εργαζόμενων «Γενικών Καθηκόντων» σε μια περίοδο απόλυτης εξειδίκευσης. Ωστόσο, θα σταθώ περισσότερο στη σχέση ραδιοφώνου και μουσικής μετάδοσης.
Η Παρακμή της Ραδιοφωνικής Συνάφειας
Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος της δεκαετίας του 2020, το τοπίο της μουσικής μετάδοσης υφίσταται μια σεισμική μετατόπιση. Το ραδιόφωνο, παρά τη διαχρονική αξία του και τη στενή σύνδεση του με το κοινό (ειδικώς στην Ελλάδα), αντιμετωπίζει σήμερα σημαντικές δομικές και τεχνολογικές προκλήσεις που επηρεάζουν την επιβίωση του. Η άνοδος των πλατφορμών ροής μουσικής προκαλούν την παραδοσιακή ραδιοφωνική μετάδοση, αναγκάζοντάς την Δημόσια και την Ιδιωτική ραδιοφωνία να εξελιχθεί επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο της στην παραγωγή και παρουσίαση περιεχομένου καθώς επιβάλλεται πλέον να Ενημερώνουν, να Επιμορφώνουν και να Ψυχαγωγούν με απόλυτη ισορροπία ανεξαρτήτως αν οι ραδιοσταθμοί διακρίνονται σε Μουσικούς, Ειδησεογραφικούς ή, Μεικτού περιεχομένου.
Η άγνοια δημιουργεί το χάος κι όχι η γνώση
Το μιντιακό περιβάλλον της χώρας μας, επηρεασμένο τις δύο τελευταίες δεκαετίες από την πτώση της μουσικής βιομηχανίας, την διαρκώς αυξανόμενη τάση πολιτικής προπαγάνδας, την πρόσληψη ανειδίκευτου προσωπικού για φτηνού κόστους παραγωγή προγράμματος, την «Δικτατορία» της Playlist, συν την αναστάτωση που έχουν επιφέρει τα ψηφιακά μέσα, οδήγησαν το παραδοσιακό ραδιόφωνο να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα στην προσέλκυση νέων ακροατών. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι στους προϋπολογισμούς των ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων - οργανισμών, το ραδιόφωνο αντιμετωπίζεται σαν o φτωχός συγγενής των μέσων μετάδοσης, εύκολα οδηγείσαι στο συμπέρασμα ότι, το ραδιόφωνο βαθμιαία παρακμάζει από τύφλωση.
Το ραδιόφωνο στηρίζει τη μουσική δημιουργία;
Ως ένα βαθμό, οι μουσικοί παραγωγοί της δημόσιας ραδιοφωνίας το παλεύουν όσο μπορούν. Όμως, από την μια μεριά η ανυπαρξία μουσικών παραγωγών νέας γενιάς, οι οποίοι θα μπορούσαν δίπλα στους άξιους εναπομείναντες μουσικούς παραγωγούς της δημόσιας ραδιοφωνίας της ΕΡΤ να μπουν στην δημιουργική διαδικασία που μετατρέπει μια ιδέα σε ηχητικό αποτέλεσμα με βασικά στάδια: την προ-παραγωγή (σχεδιασμός), την παραγωγή (ηχογράφηση ή απ’ ευθείας μετάδοση) και την μετα-παραγωγή (επεξεργασία για πολυμεσική παρουσίαση) και, από την άλλη μεριά ο Αθηνοκεντρισμός, δεν έχουν επιτρέψει την στενή παρακολούθηση ώστε να παρατηρήσουμε το πόσο τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί το πλήθος του μουσικού κόσμου μας σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας. Ενός κόσμου του οποίου η επιβίωση εξαρτάται αποκλειστικά από το ραδιόφωνο και τις νέες ψηφιακές πλατφόρμες. Επιμένω, στο ραδιόφωνο και στις πλατφόρμες ήχου διότι όπως έχω επισημάνει στο παρελθόν, είναι τα μοναδικά μέσα τα οποία μπορούν να υποστηρίξουν σε διαρκή λειτουργία την μουσική και κάθε άλλη καλλιτεχνική δημιουργία. Ξαναλέω:
ΝΑΙ, το ραδιόφωνο παραδοσιακά στηρίζει τη μουσική δημιουργία, αποτελώντας έναν από τους βασικότερους πυλώνες προώθησης νέων καλλιτεχνών, τραγουδιών και ειδών. Λειτουργεί ως «γέφυρα» μεταξύ δημιουργού και κοινού, προβάλλοντας το έργο τους, ενώ αυτό εξελίσσεται και ψηφιακά.
Δημόσια Ραδιοφωνία (επαναφορά καλλιτεχνικών τμημάτων)
Η μη ανανέωσης της ειδικότητας του Παραγωγού Μουσικών Προγραμμάτων με νέα πρόσωπα, αναφέρεται συχνά στο πλαίσιο των θεσμικών κενών της ΕΡΤ. Το πρόβλημα εμφανίστηκε εντονότερα στην Δημόσια Ραδιοφωνία της ΕΡΤ, το 1987, με την σύσταση του ενιαίου φορέα (συγχώνευση ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ) όταν ξεκίνησε η σταδιακή κατάργηση όλων των ειδικών τμημάτων σχεδιασμού προγράμματος (παιδικών, εκπαιδευτικών, μουσικών κ.λπ.). Κι αυτό, συνέβη σε μια περίοδο που η ΕΡΤ έμπαινε σε ανταγωνισμό αφού για πρώτη φορά άνοιγε ο δρόμος για την λειτουργία, Δημοτικών και Ιδιωτικών ραδιοσταθμών. Σαν να μην έφτανε αυτό, παράλληλα με την κατάργηση των τμημάτων και την αφυπηρέτηση καλλιτεχνικού προσωπικού, πραγματοποιήθηκαν μαζικώς προσλήψεις διοικητικών - οικονομικών υπαλλήλων και δημοσιογράφων, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς. Συνεπεία όλων αυτών των επιλογών, ο εθνικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας της χώρας, έφθασε στο σημείο να αδυνατεί να στηρίξει την παραγωγή μουσικών προγραμμάτων ειδικού σκοπού, στο πλαίσιο ενός συμπαγούς σχεδιασμού, επειδή δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι τομείς οι οποίοι να δύνανται μέσα από ένα συνολικό σχεδιασμό, να στηρίξουν την ελληνική παραγωγή ηχογραφημάτων, σε όλο το εύρος των μουσικών ιδιωμάτων.
Τα καλλιτεχνικά τμήματα πρέπει να επανέλθουν μέσω ενός νέου οργανογράμματος στη Δημόσια Ραδιοφωνία, προκειμένου να διαχειριστούν χωρίς αποκλεισμούς και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις τους διαφορετικούς μουσικούς προσανατολισμούς.
Το ραδιόφωνο προσφέρει κάτι που οι αλγόριθμοι δεν μπορούν: την ανθρώπινη σύνδεση. Το Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μια μοναδική περίπτωση στο ελληνικό ραδιόφωνο, καθώς η αποστολή του δεν είναι απλώς η αναμετάδοση μουσικής, αλλά η πολιτιστική παρέμβαση. Το Τρίτο δεν παίζει απλώς μουσική την αναλύει. Οι παραγωγοί του συχνά εξηγούν τη δομή ενός έργου ή το ιστορικό πλαίσιο, βοηθώντας το κοινό να «ξεκλειδώσει» πιο δύσκολα ή πειραματικά ακούσματα. Ο Τάσος Ρωσόπουλος, έχει κάνει εξαιρετική δουλειά τα τελευταία χρόνια και χρειάζεται προβολή προγράμματος και προσώπων. Το Τρίτο, παράγει εξαιρετικό περιεχόμενο, πειραματίζεται, αλλά η τηλεοπτική προβολή μόνον της συχνότητας του σταθμού τον διατηρεί εγκλωβισμένο σε ένα παραδοσιακό κοινό. Χρειάζεται μεγαλύτερη και καλύτερη προβολή της εξωστρέφειας που επιχειρεί τα τελευταία χρόνια. Δεν μπορεί, το ραδιόφωνο να μεταδίδει τα μηνύματα των τηλεοπτικών προγραμμάτων της ΕΡΤ. Επιβάλλεται και το αντίστροφο αφού η σχέση είναι αμφίδρομη και διαθέτουν τα μέσα. Άρα, είναι θέμα οργάνωσης για την αλυσιδωτή προβολή του παραγόμενου προϊόντος μεταξύ των μέσων του οργανισμού.
Το Δεύτερο Πρόγραμμα παραμένει σταθερός υποστηρικτής της ελληνικής δημιουργίας. Δίνει μεγάλο βάρος στο έντεχνο και το λαϊκό τραγούδι, φιλοξενώντας συχνά αφιερώματα σε νέους στιχουργούς συνθέτες, ερμηνευτές οι οποίοι δεν φιλοξενούνται στα εμπορικά ραδιόφωνα. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι για τους νέους δημιουργούς, το Δεύτερο Πρόγραμμα τα τελευταία χρόνια έχει εμπλουτίσει το ρεπερτόριο του με τον μεγαλύτερο αριθμό εισόδου νέου ρεπερτορίου συγκριτικά με όλα τα ραδιόφωνα του είδους. Όμως δεν αρκεί αυτό. Χρειάζεται να διευρύνει σταθερά στο καθημερινό πρόγραμμα του τα είδη της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής, ακόμα και στην hip hop σκηνή και στα υποείδη της με ποιοτικό φιλτράρισμα. Και τέλος, να προσεγγίσει μέσω της εσωτερικής δικτύωσης της, τις παραγωγές των δημιουργών μουσικών έργων της περιφέρειας.

Τι γίνεται με την ιδιωτική ραδιοφωνία;
Στην ιδιωτική ραδιοφωνία, η κατάσταση είναι διαφορετική και πιο περίπλοκη, καθώς οι σταθμοί λειτουργούν με αμιγώς εμπορικά κριτήρια. Η «έλλειψη» εκεί δεν είναι θεσμική, αλλά κυρίως λειτουργική και ποιοτική, λόγω της επικράτησης της αυτοματοποίησης.
Σε μικρότερους σταθμούς, ένα άτομο μπορεί να εκτελεί χρέη παραγωγού, ηχολήπτη και διαχειριστή social media ταυτόχρονα, χωρίς σαφή διαχωρισμό καθηκόντων. Αυτό μπορεί να γίνεται δεκτό στο πλαίσιο του ερασιτεχνικού ραδιοσταθμού, αλλά όχι στο πλαίσιο ενός επαγγελματικού του ιδιωτικού τομέα.
Η «Δικτατορία» της Playlist
Εδώ εντοπίζεται η απουσία ενός σαφούς επαγγελματικού περιγράμματος που να αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα του ρόλου. Η έλλειψη της ειδικότητας του παραγωγού μουσικών προγραμμάτων επηρεάζει εξαιρετικά την κατάσταση επειδή τα περισσότερα ραδιόφωνα στην Ελλάδα λειτουργούν σήμερα με αυτοματοποιημένες λίστες τραγουδιών (playlists) που στοχεύουν στη «σιγουριά» των δοκιμασμένων επιτυχιών. Αυτό περιορίζει την πολυφωνία και την έκθεση σε νέα ή πιο σύνθετα ακούσματα.
Πολλά από τα «Μουσικά Κανάλια» επιλεγμένης συνεχούς ροής (θεματικά ραδιόφωνα), βασίζονται σε λίστες (playlists) αυστηρά προγραμματισμένες από ένα άτομο, εκτοπίζοντας έτσι τον παραγωγό με βαθιά γνώση της μουσικής ή τον μουσικό επιμελητή που έδινε χαρακτήρα στον σταθμό με τις επιλογές του και τον λόγο του. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνω ότι τα προγράμματα αυτοματοποιημένης ροής (Radio Automation Systems) με προκαθορισμένες λίστες τραγουδιών ουδεμία σχέση έχουν με την εξατομικευμένη ροή μουσικής η οποία αποτελεί τον πυρήνα του σύγχρονου τρόπου μετάδοσης ηχητικού περιεχομένου μέσω πλατφορμών, αφού σε αυτές χρησιμοποιούνται αλγόριθμοι οι οποίοι προσαρμόζουν την ροή περιεχομένου στις προτιμήσεις ενός εκάστου ακροατή. Άρα, ήδη η εποχή μας θεωρεί πλέον αναχρονιστική την μέθοδο του έτοιμου playlist από μια βάση δεδομένων, 1000 έως 3000 χιλιάδων τίτλων.
Ο παραγωγός προσφέρει το «φίλτρο» της προσωπικής αισθητικής
Ο Μουσικός Παραγωγός Ραδιοφώνου δεν παίζει απλώς τραγούδια. Τα αναλύει, τα δένει με ιστορικά στοιχεία και εξηγεί γιατί ένα κομμάτι είναι σημαντικό. Χωρίς αυτή την καθοδήγηση, ο ακροατής (και ο μελλοντικός δημοσιογράφος) δεν μαθαίνει να «ακούει» βαθιά, αλλά απλώς να «καταναλώνει» ήχο.
Οι παρουσιαστές, εκτός ειδικότητας, συχνά περιορίζονται στο να λένε την ώρα, τον καιρό ή lifestyle ειδήσεις, ανάμεσα στα τραγούδια, χωρίς να έχουν (ή να τους επιτρέπεται να έχουν) άποψη για τη μουσική δομή ή την καλλιτεχνική αξία των έργων.
Επειδή οι ραδιοσταθμοί, κυρίως ιδιωτικοί, παίζουν «τα ίδια και τα ίδια» για να διατηρήσουν την ακροαματικότητα, η μουσική περιέργεια ατονεί. Όταν δεν υπάρχει ερέθισμα για αναζήτηση, δεν δημιουργείται και η ανάγκη για σοβαρή ανάλυση.
Το ραδιόφωνο, παρά την κυριαρχία των αλγορίθμων, παραμένει το πιο «ανθρώπινο» μέσο και μπορεί να δώσει ουσιαστικές λύσεις στην κρίση της μουσικής δημιουργίας αρκεί να δημιουργεί κοινότητες ακροατών.
Στα 120 χρόνια διαδρομής του, το ραδιόφωνο υπήρξε ένα σημαντικό μέσο για την κοινωνία. Ως είδος ΜΜΕ έχει συγκεντρώσει τεράστιο κοινό κάνοντας σημαντικό αντίκτυπο σε όλη την ιστορία του. Παρόλο που ο νέος ανταγωνισμός κινείται για να πάρει χώρο από τη βιομηχανία του ραδιοφώνου.
Το ραδιόφωνο εξακολουθεί να έχει βασικά πλεονεκτήματα όπως την «ζωντανή ροή» και την ταχύτητα. Όμως θα υποχρεωθεί να προχωρήσει και στο στάδιο της οπτικοποίησης του. Ας το φροντίσουμε!
